HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διορθώνω — definition

Conjugation of διορθώνω

Regular CEFR C2
ði̯oɾˈθo.no

βελτιώνω κάποιον άνθρωπο, αφαιρώντας ή μειώνοντας τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διορθώνω
εσύ διορθώνεις
αυτός / αυτή / αυτό διορθώνει
εμείς διορθώνουμε
εσείς διορθώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά διορθώνουν
Παρατατικός
εγώ διόρθωνα
εσύ διόρθωνες
αυτός / αυτή / αυτό διόρθωνε
εμείς διορθώναμε
εσείς διορθώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά διόρθωναν
Αόριστος
εγώ διόρθωσα
εσύ διόρθωσες
αυτός / αυτή / αυτό διόρθωσε
εμείς διορθώσαμε
εσείς διορθώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διόρθωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διορθώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διορθώσω
εσύ διορθώσεις
αυτός / αυτή / αυτό διορθώσει
εμείς διορθώσουμε
εσείς διορθώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διορθώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διόρθωνε
εσείς διορθώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διόρθωσε
εσείς διορθώστε
Απαρέμφατο αορίστου
διορθώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διορθώνομαι
εσύ διορθώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διορθώνεται
εμείς διορθωνόμαστε
εσείς διορθώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διορθώνονται
Παρατατικός
εγώ διορθωνόμουν
εσύ διορθωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διορθωνόταν
εμείς διορθωνόμασταν
εσείς διορθωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διορθώνονταν
Αόριστος
εγώ διορθώθηκα
εσύ διορθώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διορθώθηκε
εμείς διορθωθήκαμε
εσείς διορθωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διορθώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διορθωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διορθωθώ
εσύ διορθωθείς
αυτός / αυτή / αυτό διορθωθεί
εμείς διορθωθούμε
εσείς διορθωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διορθωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διορθώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διορθώσου
εσείς διορθωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διορθωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary