HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διορίζω — definition

Conjugation of διορίζω

Regular CEFR B1
ði.oˈɾi.zo

αναθέτω σε υπάλληλο κάποια καθήκοντα σε συγκεκριμένο πόστο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διορίζω
εσύ διορίζεις
αυτός / αυτή / αυτό διορίζει
εμείς διορίζουμε
εσείς διορίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά διορίζουν
Παρατατικός
εγώ διόριζα
εσύ διόριζες
αυτός / αυτή / αυτό διόριζε
εμείς διορίζαμε
εσείς διορίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά διόριζαν
Αόριστος
εγώ διόρισα
εσύ διόρισες
αυτός / αυτή / αυτό διόρισε
εμείς διορίσαμε
εσείς διορίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διόρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διορίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διορίσω
εσύ διορίσεις
αυτός / αυτή / αυτό διορίσει
εμείς διορίσουμε
εσείς διορίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διορίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διόριζε
εσείς διορίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διόρισε
εσείς διορίστε
Απαρέμφατο αορίστου
διορίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διορίζομαι
εσύ διορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διορίζεται
εμείς διοριζόμαστε
εσείς διορίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διορίζονται
Παρατατικός
εγώ διοριζόμουν
εσύ διοριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διοριζόταν
εμείς διοριζόμασταν
εσείς διοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διορίζονταν
Αόριστος
εγώ διορίστηκα
εσύ διορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό διορίστηκε
εμείς διοριστήκαμε
εσείς διοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διορίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διοριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διοριστώ
εσύ διοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό διοριστεί
εμείς διοριστούμε
εσείς διοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διοριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διορίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διορίσου
εσείς διοριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διοριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary