Conjugation of διορίζω
ði.oˈɾi.zoαναθέτω σε υπάλληλο κάποια καθήκοντα σε συγκεκριμένο πόστο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διορίζω |
| εσύ | διορίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διορίζει |
| εμείς | διορίζουμε |
| εσείς | διορίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διορίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | διόριζα |
| εσύ | διόριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διόριζε |
| εμείς | διορίζαμε |
| εσείς | διορίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διόριζαν |
Αόριστος
| εγώ | διόρισα |
| εσύ | διόρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διόρισε |
| εμείς | διορίσαμε |
| εσείς | διορίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διόρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διορίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διορίσω |
| εσύ | διορίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διορίσει |
| εμείς | διορίσουμε |
| εσείς | διορίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διορίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διόριζε |
| εσείς | διορίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διόρισε |
| εσείς | διορίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διορίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διορίζομαι |
| εσύ | διορίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διορίζεται |
| εμείς | διοριζόμαστε |
| εσείς | διορίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διορίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | διοριζόμουν |
| εσύ | διοριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοριζόταν |
| εμείς | διοριζόμασταν |
| εσείς | διοριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διορίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | διορίστηκα |
| εσύ | διορίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διορίστηκε |
| εμείς | διοριστήκαμε |
| εσείς | διοριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διορίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διοριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διοριστώ |
| εσύ | διοριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοριστεί |
| εμείς | διοριστούμε |
| εσείς | διοριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διορίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διορίσου |
| εσείς | διοριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διοριστεί |