HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δικαιώνω — definition

Conjugation of δικαιώνω

Regular CEFR B2
ði.ceˈo.no

αναγνωρίζω ότι κάτι ήταν δίκαιο και σωστό ή ότι κάποιος είχε δίκιο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δικαιώνω
εσύ δικαιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό δικαιώνει
εμείς δικαιώνουμε
εσείς δικαιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά δικαιώνουν
Παρατατικός
εγώ δικαίωνα
εσύ δικαίωνες
αυτός / αυτή / αυτό δικαίωνε
εμείς δικαιώναμε
εσείς δικαιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά δικαίωναν
Αόριστος
εγώ δικαίωσα
εσύ δικαίωσες
αυτός / αυτή / αυτό δικαίωσε
εμείς δικαιώσαμε
εσείς δικαιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δικαίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δικαιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δικαιώσω
εσύ δικαιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό δικαιώσει
εμείς δικαιώσουμε
εσείς δικαιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δικαιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δικαίωνε
εσείς δικαιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δικαίωσε
εσείς δικαιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
δικαιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δικαιώνομαι
εσύ δικαιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δικαιώνεται
εμείς δικαιωνόμαστε
εσείς δικαιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δικαιώνονται
Παρατατικός
εγώ δικαιωνόμουν
εσύ δικαιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δικαιωνόταν
εμείς δικαιωνόμασταν
εσείς δικαιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δικαιώνονταν
Αόριστος
εγώ δικαιώθηκα
εσύ δικαιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δικαιώθηκε
εμείς δικαιωθήκαμε
εσείς δικαιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δικαιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δικαιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δικαιωθώ
εσύ δικαιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό δικαιωθεί
εμείς δικαιωθούμε
εσείς δικαιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δικαιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δικαιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δικαιώσου
εσείς δικαιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δικαιωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary