Conjugation of δικαιώνω
ði.ceˈo.noαναγνωρίζω ότι κάτι ήταν δίκαιο και σωστό ή ότι κάποιος είχε δίκιο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δικαιώνω |
| εσύ | δικαιώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαιώνει |
| εμείς | δικαιώνουμε |
| εσείς | δικαιώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαιώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | δικαίωνα |
| εσύ | δικαίωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαίωνε |
| εμείς | δικαιώναμε |
| εσείς | δικαιώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαίωναν |
Αόριστος
| εγώ | δικαίωσα |
| εσύ | δικαίωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαίωσε |
| εμείς | δικαιώσαμε |
| εσείς | δικαιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαίωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δικαιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δικαιώσω |
| εσύ | δικαιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαιώσει |
| εμείς | δικαιώσουμε |
| εσείς | δικαιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δικαίωνε |
| εσείς | δικαιώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δικαίωσε |
| εσείς | δικαιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δικαιώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δικαιώνομαι |
| εσύ | δικαιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαιώνεται |
| εμείς | δικαιωνόμαστε |
| εσείς | δικαιώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαιώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | δικαιωνόμουν |
| εσύ | δικαιωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαιωνόταν |
| εμείς | δικαιωνόμασταν |
| εσείς | δικαιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαιώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | δικαιώθηκα |
| εσύ | δικαιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαιώθηκε |
| εμείς | δικαιωθήκαμε |
| εσείς | δικαιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δικαιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δικαιωθώ |
| εσύ | δικαιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαιωθεί |
| εμείς | δικαιωθούμε |
| εσείς | δικαιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δικαιώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δικαιώσου |
| εσείς | δικαιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δικαιωθεί |