HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δικάζω — definition

Conjugation of δικάζω

Regular CEFR B1
ðiˈka.zo

βγάζω καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση για κάποιον ως δικαστής Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δικάζω
εσύ δικάζεις
αυτός / αυτή / αυτό δικάζει
εμείς δικάζουμε
εσείς δικάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δικάζουν
Παρατατικός
εγώ δίκαζα
εσύ δίκαζες
αυτός / αυτή / αυτό δίκαζε
εμείς δικάζαμε
εσείς δικάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίκαζαν
Αόριστος
εγώ δίκασα
εσύ δίκασες
αυτός / αυτή / αυτό δίκασε
εμείς δικάσαμε
εσείς δικάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίκασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δικάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δικάσω
εσύ δικάσεις
αυτός / αυτή / αυτό δικάσει
εμείς δικάσουμε
εσείς δικάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δικάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δίκαζε
εσείς δικάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δίκασε
εσείς δικάστε
Απαρέμφατο αορίστου
δικάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δικάζομαι
εσύ δικάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δικάζεται
εμείς δικαζόμαστε
εσείς δικάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δικάζονται
Παρατατικός
εγώ δικαζόμουν
εσύ δικαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δικαζόταν
εμείς δικαζόμασταν
εσείς δικαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δικάζονταν
Αόριστος
εγώ δικάστηκα
εσύ δικάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό δικάστηκε
εμείς δικαστήκαμε
εσείς δικαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δικάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δικαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δικαστώ
εσύ δικαστείς
αυτός / αυτή / αυτό δικαστεί
εμείς δικαστούμε
εσείς δικαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δικαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δικάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δικάσου
εσείς δικαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δικαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary