Conjugation of δικάζω
ðiˈka.zoβγάζω καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση για κάποιον ως δικαστής Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δικάζω |
| εσύ | δικάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικάζει |
| εμείς | δικάζουμε |
| εσείς | δικάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | δίκαζα |
| εσύ | δίκαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίκαζε |
| εμείς | δικάζαμε |
| εσείς | δικάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίκαζαν |
Αόριστος
| εγώ | δίκασα |
| εσύ | δίκασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίκασε |
| εμείς | δικάσαμε |
| εσείς | δικάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίκασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δικάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δικάσω |
| εσύ | δικάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικάσει |
| εμείς | δικάσουμε |
| εσείς | δικάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δίκαζε |
| εσείς | δικάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δίκασε |
| εσείς | δικάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δικάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δικάζομαι |
| εσύ | δικάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικάζεται |
| εμείς | δικαζόμαστε |
| εσείς | δικάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | δικαζόμουν |
| εσύ | δικαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαζόταν |
| εμείς | δικαζόμασταν |
| εσείς | δικαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | δικάστηκα |
| εσύ | δικάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικάστηκε |
| εμείς | δικαστήκαμε |
| εσείς | δικαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δικαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δικαστώ |
| εσύ | δικαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δικαστεί |
| εμείς | δικαστούμε |
| εσείς | δικαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δικαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δικάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δικάσου |
| εσείς | δικαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δικαστεί |