HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διηθώ — definition

Conjugation of διηθώ

Regular CEFR B1
ði.i.ˈθo

φιλτράρω, διυλίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διηθώ
εσύ διηθείς
αυτός / αυτή / αυτό διηθεί
εμείς διηθούμε
εσείς διηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διηθούν
Παρατατικός
εγώ διηθούσα
εσύ διηθούσες
αυτός / αυτή / αυτό διηθούσε
εμείς διηθούσαμε
εσείς διηθούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διηθούσαν
Αόριστος
εγώ διήθησα
εσύ διήθησες
αυτός / αυτή / αυτό διήθησε
εμείς διηθήσαμε
εσείς διηθήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διήθησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διηθήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διηθήσω
εσύ διηθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό διηθήσει
εμείς διηθήσουμε
εσείς διηθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διηθήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διηθείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διήθησε
εσείς διηθήστε
Απαρέμφατο αορίστου
διηθήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διηθούμαι
εσύ διηθείσαι
αυτός / αυτή / αυτό διηθείται
εμείς διηθούμαστε
εσείς διηθείστε
αυτοί / αυτές / αυτά διηθούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό διηθούνταν
αυτοί / αυτές / αυτά διηθούνταν
Αόριστος
εγώ διηθήθηκα
εσύ διηθήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διηθήθηκε
εμείς διηθηθήκαμε
εσείς διηθηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διηθήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διηθηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διηθηθώ
εσύ διηθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό διηθηθεί
εμείς διηθηθούμε
εσείς διηθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διηθηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διηθείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διηθήσου
εσείς διηθηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διηθηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary