Conjugation of διευρύνω
ði.eˈvɾi.noδιαπλατύνω, πλαταίνω, διανοίγω, μεγαλώνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διευρύνω |
| εσύ | διευρύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διευρύνει |
| εμείς | διευρύνουμε |
| εσείς | διευρύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διευρύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | διεύρυνα |
| εσύ | διεύρυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεύρυνε |
| εμείς | διευρύναμε |
| εσείς | διευρύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεύρυναν |
Αόριστος
| εγώ | διεύρυνα |
| εσύ | διεύρυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεύρυνε |
| εμείς | διευρύναμε |
| εσείς | διευρύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεύρυναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διευρύνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διευρύνω |
| εσύ | διευρύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διευρύνει |
| εμείς | διευρύνουμε |
| εσείς | διευρύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διευρύνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διεύρυνε |
| εσείς | διευρύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διεύρυνε |
| εσείς | διευρύνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διευρύνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διευρύνομαι |
| εσύ | διευρύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διευρύνεται |
| εμείς | διευρυνόμαστε |
| εσείς | διευρύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διευρύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | διευρυνόμουν |
| εσύ | διευρυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διευρυνόταν |
| εμείς | διευρυνόμασταν |
| εσείς | διευρυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διευρύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | διευρύνθηκα |
| εσύ | διευρύνθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διευρύνθηκε |
| εμείς | διευρυνθήκαμε |
| εσείς | διευρυνθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διευρύνθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διευρυνθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διευρυνθώ |
| εσύ | διευρυνθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διευρυνθεί |
| εμείς | διευρυνθούμε |
| εσείς | διευρυνθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διευρυνθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διευρύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διευρύνσου |
| εσείς | διευρυνθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διευρυνθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.