HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διευρύνω — definition

Conjugation of διευρύνω

Regular CEFR C2
ði.eˈvɾi.no

διαπλατύνω, πλαταίνω, διανοίγω, μεγαλώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διευρύνω
εσύ διευρύνεις
αυτός / αυτή / αυτό διευρύνει
εμείς διευρύνουμε
εσείς διευρύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά διευρύνουν
Παρατατικός
εγώ διεύρυνα
εσύ διεύρυνες
αυτός / αυτή / αυτό διεύρυνε
εμείς διευρύναμε
εσείς διευρύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά διεύρυναν
Αόριστος
εγώ διεύρυνα
εσύ διεύρυνες
αυτός / αυτή / αυτό διεύρυνε
εμείς διευρύναμε
εσείς διευρύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά διεύρυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διευρύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διευρύνω
εσύ διευρύνεις
αυτός / αυτή / αυτό διευρύνει
εμείς διευρύνουμε
εσείς διευρύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά διευρύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διεύρυνε
εσείς διευρύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διεύρυνε
εσείς διευρύνετε
Απαρέμφατο αορίστου
διευρύνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διευρύνομαι
εσύ διευρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διευρύνεται
εμείς διευρυνόμαστε
εσείς διευρύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διευρύνονται
Παρατατικός
εγώ διευρυνόμουν
εσύ διευρυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διευρυνόταν
εμείς διευρυνόμασταν
εσείς διευρυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διευρύνονταν
Αόριστος
εγώ διευρύνθηκα
εσύ διευρύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διευρύνθηκε
εμείς διευρυνθήκαμε
εσείς διευρυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διευρύνθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διευρυνθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διευρυνθώ
εσύ διευρυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό διευρυνθεί
εμείς διευρυνθούμε
εσείς διευρυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διευρυνθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διευρύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διευρύνσου
εσείς διευρυνθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διευρυνθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary