Conjugation of διεξάγω
ði.eˈksa.ɣoξεκινώ μια διαδικασία και προσπαθώ να την ολοκληρώσω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διεξάγω |
| εσύ | διεξάγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεξάγει |
| εμείς | διεξάγουμε |
| εσείς | διεξάγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεξάγουν |
Παρατατικός
| εγώ | διεξήγα |
| εσύ | διεξήγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεξήγε |
| εμείς | διεξήγαμε |
| εσείς | διεξήγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεξήγαν |
Αόριστος
| εγώ | διεξήγαγα |
| εσύ | διεξήγαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεξήγαγε |
| εμείς | διεξαγάγαμε |
| εσείς | διεξαγάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεξήγαγαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διεξαγάγω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διεξαγάγω |
| εσύ | διεξαγάγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεξαγάγει |
| εμείς | διεξαγάγουμε |
| εσείς | διεξαγάγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεξαγάγουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διεξάγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | διεξαγάγετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διεξαγάγει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διεξάγομαι |
| εσύ | διεξάγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεξάγεται |
| εμείς | διεξαγόμαστε |
| εσείς | διεξάγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεξάγονται |
Παρατατικός
| εγώ | διεξαγόμουν |
| εσύ | διεξαγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεξαγόταν |
| εμείς | διεξαγόμασταν |
| εσείς | διεξαγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεξάγονταν |
Αόριστος
| εγώ | διεξάχθηκα |
| εσύ | διεξάχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεξάχθηκε |
| εμείς | διεξαχθήκαμε |
| εσείς | διεξαχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεξάχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διεξαχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διεξαχθώ |
| εσύ | διεξαχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεξαχθεί |
| εμείς | διεξαχθούμε |
| εσείς | διεξαχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεξαχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διεξάγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | διεξαχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διεξαχθεί |