HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διενεργώ — definition

Conjugation of διενεργώ

Regular CEFR B2
ði.e.neɾˈɣo

κάνω, εκτελώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διενεργώ
εσύ διενεργείς
αυτός / αυτή / αυτό διενεργεί
εμείς διενεργούμε
εσείς διενεργείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διενεργούν
Παρατατικός
εγώ διενεργούσα
εσύ διενεργούσες
αυτός / αυτή / αυτό διενεργούσε
εμείς διενεργούσαμε
εσείς διενεργούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διενεργούσαν
Αόριστος
εγώ διενέργησα
εσύ διενέργησες
αυτός / αυτή / αυτό διενέργησε
εμείς διενεργήσαμε
εσείς διενεργήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διενέργησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διενεργήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διενεργήσω
εσύ διενεργήσεις
αυτός / αυτή / αυτό διενεργήσει
εμείς διενεργήσουμε
εσείς διενεργήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διενεργήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διενεργείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διενέργησε
εσείς διενεργήστε
Απαρέμφατο αορίστου
διενεργήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διενεργούμαι
εσύ διενεργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό διενεργείται
εμείς διενεργούμαστε
εσείς διενεργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά διενεργούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό διενεργούνταν
εμείς διενεργούμασταν
εσείς [διενεργούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά διενεργούνταν
Αόριστος
εγώ διενεργήθηκα
εσύ διενεργήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διενεργήθηκε
εμείς διενεργηθήκαμε
εσείς διενεργηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διενεργήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διενεργηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διενεργηθώ
εσύ διενεργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό διενεργηθεί
εμείς διενεργηθούμε
εσείς διενεργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διενεργηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διενεργείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διενεργήσου
εσείς διενεργηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διενεργηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary