HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διεκδικώ — definition

Conjugation of διεκδικώ

Regular CEFR C2
ði.ek.ðiˈko

ζητώ να μου αναγνωριστεί η κυριότητα ενός αγαθού, η οποία αμφισβητείται από άλλους, και ασκώ νομικά μέσα προκειμένου να το επιτύχω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διεκδικώ
εσύ διεκδικείς
αυτός / αυτή / αυτό διεκδικεί
εμείς διεκδικούμε
εσείς διεκδικείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διεκδικούν
Παρατατικός
εγώ διεκδικούσα
εσύ διεκδικούσες
αυτός / αυτή / αυτό διεκδικούσε
εμείς διεκδικούσαμε
εσείς διεκδικούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διεκδικούσαν
Αόριστος
εγώ διεκδίκησα
εσύ διεκδίκησες
αυτός / αυτή / αυτό διεκδίκησε
εμείς διεκδικήσαμε
εσείς διεκδικήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διεκδίκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διεκδικήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διεκδικήσω
εσύ διεκδικήσεις
αυτός / αυτή / αυτό διεκδικήσει
εμείς διεκδικήσουμε
εσείς διεκδικήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διεκδικήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διεκδικείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διεκδίκησε
εσείς διεκδικήστε
Απαρέμφατο αορίστου
διεκδικήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διεκδικούμαι
εσύ διεκδικείσαι
αυτός / αυτή / αυτό διεκδικείται
εμείς διεκδικούμαστε
εσείς διεκδικείστε
αυτοί / αυτές / αυτά διεκδικούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό διεκδικούνταν
εμείς διεκδικούμασταν
εσείς [διεκδικούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά διεκδικούνταν
Αόριστος
εγώ διεκδικήθηκα
εσύ διεκδικήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διεκδικήθηκε
εμείς διεκδικηθήκαμε
εσείς διεκδικηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διεκδικήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διεκδικηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διεκδικηθώ
εσύ διεκδικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό διεκδικηθεί
εμείς διεκδικηθούμε
εσείς διεκδικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διεκδικηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διεκδικείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διεκδικήσου
εσείς διεκδικηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διεκδικηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary