Conjugation of διεκδικώ
ði.ek.ðiˈkoζητώ να μου αναγνωριστεί η κυριότητα ενός αγαθού, η οποία αμφισβητείται από άλλους, και ασκώ νομικά μέσα προκειμένου να το επιτύχω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διεκδικώ |
| εσύ | διεκδικείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεκδικεί |
| εμείς | διεκδικούμε |
| εσείς | διεκδικείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεκδικούν |
Παρατατικός
| εγώ | διεκδικούσα |
| εσύ | διεκδικούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεκδικούσε |
| εμείς | διεκδικούσαμε |
| εσείς | διεκδικούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεκδικούσαν |
Αόριστος
| εγώ | διεκδίκησα |
| εσύ | διεκδίκησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεκδίκησε |
| εμείς | διεκδικήσαμε |
| εσείς | διεκδικήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεκδίκησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διεκδικήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διεκδικήσω |
| εσύ | διεκδικήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεκδικήσει |
| εμείς | διεκδικήσουμε |
| εσείς | διεκδικήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεκδικήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διεκδικείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διεκδίκησε |
| εσείς | διεκδικήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διεκδικήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διεκδικούμαι |
| εσύ | διεκδικείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεκδικείται |
| εμείς | διεκδικούμαστε |
| εσείς | διεκδικείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεκδικούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | διεκδικούνταν |
| εμείς | διεκδικούμασταν |
| εσείς | [διεκδικούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεκδικούνταν |
Αόριστος
| εγώ | διεκδικήθηκα |
| εσύ | διεκδικήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεκδικήθηκε |
| εμείς | διεκδικηθήκαμε |
| εσείς | διεκδικηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεκδικήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διεκδικηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διεκδικηθώ |
| εσύ | διεκδικηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεκδικηθεί |
| εμείς | διεκδικηθούμε |
| εσείς | διεκδικηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεκδικηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διεκδικείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διεκδικήσου |
| εσείς | διεκδικηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διεκδικηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.