Conjugation of διεγείρω
ðieˈʝiɾoμε κάποιο τρόπο προκαλώ κάποιον σεξουαλικά και του γεννώ ή αυξάνω τη σεξουαλική επιθυμία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διεγείρω |
| εσύ | διεγείρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεγείρει |
| εμείς | διεγείρουμε |
| εσείς | διεγείρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεγείρουν |
Παρατατικός
| εγώ | διήγειρα |
| εσύ | διήγειρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διήγειρε |
| εμείς | διεγείραμε |
| εσείς | διεγείρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διήγειραν |
Αόριστος
| εγώ | διήγειρα |
| εσύ | διήγειρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διήγειρε |
| εμείς | διεγείραμε |
| εσείς | διεγείρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διήγειραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διεγείρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διεγείρω |
| εσύ | διεγείρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεγείρει |
| εμείς | διεγείρουμε |
| εσείς | διεγείρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεγείρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διέγειρε |
| εσείς | διεγείρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διέγειρε |
| εσείς | διεγείρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διεγείρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διεγείρομαι |
| εσύ | διεγείρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεγείρεται |
| εμείς | διεγειρόμαστε |
| εσείς | διεγείρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεγείρονται |
Παρατατικός
| εγώ | διεγειρόμουν |
| εσύ | διεγειρόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεγειρόταν |
| εμείς | διεγειρόμασταν |
| εσείς | διεγειρόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεγείρονταν |
Αόριστος
| εγώ | διεγέρθηκα |
| εσύ | διεγέρθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεγέρθηκε |
| εμείς | διεγερθήκαμε |
| εσείς | διεγερθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεγέρθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διεγερθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διεγερθώ |
| εσύ | διεγερθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διεγερθεί |
| εμείς | διεγερθούμε |
| εσείς | διεγερθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διεγερθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διεγείρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διεγέρσου |
| εσείς | διεγερθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διεγερθεί |