HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διεγείρω — definition

Conjugation of διεγείρω

Regular CEFR B2
ðieˈʝiɾo

με κάποιο τρόπο προκαλώ κάποιον σεξουαλικά και του γεννώ ή αυξάνω τη σεξουαλική επιθυμία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διεγείρω
εσύ διεγείρεις
αυτός / αυτή / αυτό διεγείρει
εμείς διεγείρουμε
εσείς διεγείρετε
αυτοί / αυτές / αυτά διεγείρουν
Παρατατικός
εγώ διήγειρα
εσύ διήγειρες
αυτός / αυτή / αυτό διήγειρε
εμείς διεγείραμε
εσείς διεγείρατε
αυτοί / αυτές / αυτά διήγειραν
Αόριστος
εγώ διήγειρα
εσύ διήγειρες
αυτός / αυτή / αυτό διήγειρε
εμείς διεγείραμε
εσείς διεγείρατε
αυτοί / αυτές / αυτά διήγειραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διεγείρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διεγείρω
εσύ διεγείρεις
αυτός / αυτή / αυτό διεγείρει
εμείς διεγείρουμε
εσείς διεγείρετε
αυτοί / αυτές / αυτά διεγείρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διέγειρε
εσείς διεγείρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διέγειρε
εσείς διεγείρετε
Απαρέμφατο αορίστου
διεγείρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διεγείρομαι
εσύ διεγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διεγείρεται
εμείς διεγειρόμαστε
εσείς διεγείρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διεγείρονται
Παρατατικός
εγώ διεγειρόμουν
εσύ διεγειρόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διεγειρόταν
εμείς διεγειρόμασταν
εσείς διεγειρόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διεγείρονταν
Αόριστος
εγώ διεγέρθηκα
εσύ διεγέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διεγέρθηκε
εμείς διεγερθήκαμε
εσείς διεγερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διεγέρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διεγερθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διεγερθώ
εσύ διεγερθείς
αυτός / αυτή / αυτό διεγερθεί
εμείς διεγερθούμε
εσείς διεγερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διεγερθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διεγείρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διεγέρσου
εσείς διεγερθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διεγερθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary