Conjugation of διδάσκω
ðiˈða.skoμεταδίδω με συστηματικό τρόπο τη γνώση που έχω για ένα αντικείμενο σε κάποιον άλλον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διδάσκω |
| εσύ | διδάσκεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διδάσκει |
| εμείς | διδάσκουμε |
| εσείς | διδάσκετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διδάσκουν |
Παρατατικός
| εγώ | δίδασκα |
| εσύ | δίδασκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίδασκε |
| εμείς | διδάσκαμε |
| εσείς | διδάσκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίδασκαν |
Αόριστος
| εγώ | δίδαξα |
| εσύ | δίδαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίδαξε |
| εμείς | διδάξαμε |
| εσείς | διδάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίδαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διδάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διδάξω |
| εσύ | διδάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διδάξει |
| εμείς | διδάξουμε |
| εσείς | διδάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διδάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δίδασκε |
| εσείς | διδάσκετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δίδαξε |
| εσείς | διδάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διδάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διδάσκομαι |
| εσύ | διδάσκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διδάσκεται |
| εμείς | διδασκόμαστε |
| εσείς | διδάσκεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διδάσκονται |
Παρατατικός
| εγώ | διδασκόμουν |
| εσύ | διδασκόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διδασκόταν |
| εμείς | διδασκόμασταν |
| εσείς | διδασκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διδάσκονταν |
Αόριστος
| εγώ | διδάχτηκα |
| εσύ | διδάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διδάχτηκε |
| εμείς | διδαχτήκαμε |
| εσείς | διδαχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διδάχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διδαχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διδαχτώ |
| εσύ | διδαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διδαχτεί |
| εμείς | διδαχτούμε |
| εσείς | διδαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διδαχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διδάσκεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διδάξου |
| εσείς | διδαχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διδαχτεί |