HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διδάσκω — definition

Conjugation of διδάσκω

Regular CEFR C1
ðiˈða.sko

μεταδίδω με συστηματικό τρόπο τη γνώση που έχω για ένα αντικείμενο σε κάποιον άλλον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διδάσκω
εσύ διδάσκεις
αυτός / αυτή / αυτό διδάσκει
εμείς διδάσκουμε
εσείς διδάσκετε
αυτοί / αυτές / αυτά διδάσκουν
Παρατατικός
εγώ δίδασκα
εσύ δίδασκες
αυτός / αυτή / αυτό δίδασκε
εμείς διδάσκαμε
εσείς διδάσκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίδασκαν
Αόριστος
εγώ δίδαξα
εσύ δίδαξες
αυτός / αυτή / αυτό δίδαξε
εμείς διδάξαμε
εσείς διδάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίδαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διδάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διδάξω
εσύ διδάξεις
αυτός / αυτή / αυτό διδάξει
εμείς διδάξουμε
εσείς διδάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά διδάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δίδασκε
εσείς διδάσκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δίδαξε
εσείς διδάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
διδάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διδάσκομαι
εσύ διδάσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διδάσκεται
εμείς διδασκόμαστε
εσείς διδάσκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διδάσκονται
Παρατατικός
εγώ διδασκόμουν
εσύ διδασκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διδασκόταν
εμείς διδασκόμασταν
εσείς διδασκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διδάσκονταν
Αόριστος
εγώ διδάχτηκα
εσύ διδάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό διδάχτηκε
εμείς διδαχτήκαμε
εσείς διδαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διδάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διδαχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διδαχτώ
εσύ διδαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό διδαχτεί
εμείς διδαχτούμε
εσείς διδαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διδαχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διδάσκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διδάξου
εσείς διδαχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διδαχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary