Conjugation of διαχύνω
ðʝaˈçi.noδιαχέω, ακτινοβολώ, περιβρέχω, καταβρέχω, διαποτίζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαχύνω |
| εσύ | διαχύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχύνει |
| εμείς | διαχύνουμε |
| εσείς | διαχύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | διέχυνα |
| εσύ | διέχυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέχυνε |
| εμείς | διαχύναμε |
| εσείς | διαχύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέχυναν |
Αόριστος
| εγώ | διέχυσα |
| εσύ | διέχυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέχυσε |
| εμείς | διαχύσαμε |
| εσείς | διαχύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέχυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαχύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαχύσω |
| εσύ | διαχύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχύσει |
| εμείς | διαχύσουμε |
| εσείς | διαχύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διάχυνε |
| εσείς | διαχύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάχυσε |
| εσείς | διαχύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαχύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαχύνομαι |
| εσύ | διαχύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχύνεται |
| εμείς | διαχυνόμαστε |
| εσείς | διαχύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | διαχυνόμουν |
| εσύ | διαχυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχυνόταν |
| εμείς | διαχυνόμασταν |
| εσείς | διαχυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | διαχύθηκα |
| εσύ | διαχύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχύθηκε |
| εμείς | διαχυθήκαμε |
| εσείς | διαχυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαχυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαχυθώ |
| εσύ | διαχυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχυθεί |
| εμείς | διαχυθούμε |
| εσείς | διαχυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαχύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαχύσου |
| εσείς | διαχυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαχυθεί |