HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαχωρίζω — definition

Conjugation of διαχωρίζω

Regular CEFR B2
ði̯a.xoˈɾi.zo

διαιρώ, διαιρούμαι σε δύο ή περισσότερα μέρη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαχωρίζω
εσύ διαχωρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό διαχωρίζει
εμείς διαχωρίζουμε
εσείς διαχωρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχωρίζουν
Παρατατικός
εγώ διαχώριζα
εσύ διαχώριζες
αυτός / αυτή / αυτό διαχώριζε
εμείς διαχωρίζαμε
εσείς διαχωρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχώριζαν
Αόριστος
εγώ διαχώρισα
εσύ διαχώρισες
αυτός / αυτή / αυτό διαχώρισε
εμείς διαχωρίσαμε
εσείς διαχωρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχώρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαχωρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαχωρίσω
εσύ διαχωρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαχωρίσει
εμείς διαχωρίσουμε
εσείς διαχωρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχωρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διαχώριζε
εσείς διαχωρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαχώρισε
εσείς διαχωρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαχωρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαχωρίζομαι
εσύ διαχωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διαχωρίζεται
εμείς διαχωριζόμαστε
εσείς διαχωρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχωρίζονται
Παρατατικός
εγώ διαχωριζόμουν
εσύ διαχωριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διαχωριζόταν
εμείς διαχωριζόμασταν
εσείς διαχωριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διαχωρίζονταν
Αόριστος
εγώ διαχωρίστηκα
εσύ διαχωρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό διαχωρίστηκε
εμείς διαχωριστήκαμε
εσείς διαχωριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχωρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαχωριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαχωριστώ
εσύ διαχωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό διαχωριστεί
εμείς διαχωριστούμε
εσείς διαχωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχωριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαχωρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαχωρίσου
εσείς διαχωριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαχωριστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary