Conjugation of διαχωρίζω
ði̯a.xoˈɾi.zoδιαιρώ, διαιρούμαι σε δύο ή περισσότερα μέρη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαχωρίζω |
| εσύ | διαχωρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχωρίζει |
| εμείς | διαχωρίζουμε |
| εσείς | διαχωρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχωρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | διαχώριζα |
| εσύ | διαχώριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχώριζε |
| εμείς | διαχωρίζαμε |
| εσείς | διαχωρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχώριζαν |
Αόριστος
| εγώ | διαχώρισα |
| εσύ | διαχώρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχώρισε |
| εμείς | διαχωρίσαμε |
| εσείς | διαχωρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχώρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαχωρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαχωρίσω |
| εσύ | διαχωρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχωρίσει |
| εμείς | διαχωρίσουμε |
| εσείς | διαχωρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχωρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διαχώριζε |
| εσείς | διαχωρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαχώρισε |
| εσείς | διαχωρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαχωρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαχωρίζομαι |
| εσύ | διαχωρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχωρίζεται |
| εμείς | διαχωριζόμαστε |
| εσείς | διαχωρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχωρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | διαχωριζόμουν |
| εσύ | διαχωριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχωριζόταν |
| εμείς | διαχωριζόμασταν |
| εσείς | διαχωριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχωρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | διαχωρίστηκα |
| εσύ | διαχωρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχωρίστηκε |
| εμείς | διαχωριστήκαμε |
| εσείς | διαχωριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχωρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαχωριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαχωριστώ |
| εσύ | διαχωριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαχωριστεί |
| εμείς | διαχωριστούμε |
| εσείς | διαχωριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαχωριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαχωρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαχωρίσου |
| εσείς | διαχωριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαχωριστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.