HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαχέω — definition

Conjugation of διαχέω

Regular CEFR B1
ði̯aˈçe.o

σκορπίζω, διασκορπίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαχέω
εσύ διαχέεις
αυτός / αυτή / αυτό διαχέει
εμείς διαχέουμε
εσείς διαχέετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχέουν[ε]
Παρατατικός
εγώ διέχεα
εσύ διέχεες
αυτός / αυτή / αυτό διέχεε
εμείς διαχέαμε
εσείς διαχέατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέχεαν
Αόριστος
εγώ διέχυσα
εσύ διέχυσες
αυτός / αυτή / αυτό διέχυσε
εμείς διαχύσαμε
εσείς διαχύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέχυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαχύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαχύσω
εσύ διαχύσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαχύσει
εμείς διαχύσουμε
εσείς διαχύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχύσουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διάχεε
εσείς διαχέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάχυσε
εσείς διαχύστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαχύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαχέομαι
εσύ διαχέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διαχέεται
εμείς διαχεόμαστε
εσείς διαχέεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχέονται
Παρατατικός
εγώ διαχεόμουν[α]
εσύ διαχεόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό διαχεόταν[ε]
εμείς διαχεόμασταν
εσείς διαχεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διαχέονταν
Αόριστος
εγώ διαχύθηκα
εσύ διαχύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διαχύθηκε
εμείς διαχυθήκαμε
εσείς διαχυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαχυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαχυθώ
εσύ διαχυθείς
αυτός / αυτή / αυτό διαχυθεί
εμείς διαχυθούμε
εσείς διαχυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαχυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαχέεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαχύσου
εσείς διαχυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαχυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary