HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διατρέφω — definition

Conjugation of διατρέφω

Regular CEFR B2
ði̯aˈtɾe.fo

τρέφω κάποιον, του δίνω την απαραίτητη για τη συντήρησή του τροφή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διατρέφω
εσύ διατρέφεις
αυτός / αυτή / αυτό διατρέφει
εμείς διατρέφουμε
εσείς διατρέφετε
αυτοί / αυτές / αυτά διατρέφουν
Παρατατικός
εγώ διέτρεφα
εσύ διέτρεφες
αυτός / αυτή / αυτό διέτρεφε
εμείς διατρέφαμε
εσείς διατρέφατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέτρεφαν
Αόριστος
εγώ διέθρεψα
εσύ διέθρεψες
αυτός / αυτή / αυτό διέθρεψε
εμείς διαθρέψαμε
εσείς διαθρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέθρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαθρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαθρέψω
εσύ διαθρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό διαθρέψει
εμείς διαθρέψουμε
εσείς διαθρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαθρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διάτρεφε
εσείς διατρέφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάθρεψε
εσείς διαθρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαθρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διατρέφομαι
εσύ διατρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διατρέφεται
εμείς διατρεφόμαστε
εσείς διατρέφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διατρέφονται
Παρατατικός
εγώ διατρεφόμουν
εσύ διατρεφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διατρεφόταν
εμείς διατρεφόμασταν
εσείς διατρεφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διατρέφονταν
Αόριστος
εγώ διατράφηκα
εσύ διατράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό διατράφηκε
εμείς διατραφήκαμε
εσείς διατραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διατράφηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διατραφώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διατραφώ
εσύ διατραφείς
αυτός / αυτή / αυτό διατραφεί
εμείς διατραφούμε
εσείς διατραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διατραφούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διατρέφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαθρέψου
εσείς διατραφείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διατραφεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary