Conjugation of διατρέφω
ði̯aˈtɾe.foτρέφω κάποιον, του δίνω την απαραίτητη για τη συντήρησή του τροφή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διατρέφω |
| εσύ | διατρέφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διατρέφει |
| εμείς | διατρέφουμε |
| εσείς | διατρέφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διατρέφουν |
Παρατατικός
| εγώ | διέτρεφα |
| εσύ | διέτρεφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέτρεφε |
| εμείς | διατρέφαμε |
| εσείς | διατρέφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέτρεφαν |
Αόριστος
| εγώ | διέθρεψα |
| εσύ | διέθρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέθρεψε |
| εμείς | διαθρέψαμε |
| εσείς | διαθρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέθρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαθρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαθρέψω |
| εσύ | διαθρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαθρέψει |
| εμείς | διαθρέψουμε |
| εσείς | διαθρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαθρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διάτρεφε |
| εσείς | διατρέφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάθρεψε |
| εσείς | διαθρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαθρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διατρέφομαι |
| εσύ | διατρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διατρέφεται |
| εμείς | διατρεφόμαστε |
| εσείς | διατρέφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διατρέφονται |
Παρατατικός
| εγώ | διατρεφόμουν |
| εσύ | διατρεφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διατρεφόταν |
| εμείς | διατρεφόμασταν |
| εσείς | διατρεφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διατρέφονταν |
Αόριστος
| εγώ | διατράφηκα |
| εσύ | διατράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διατράφηκε |
| εμείς | διατραφήκαμε |
| εσείς | διατραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διατράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διατραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διατραφώ |
| εσύ | διατραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διατραφεί |
| εμείς | διατραφούμε |
| εσείς | διατραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διατραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διατρέφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαθρέψου |
| εσείς | διατραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διατραφεί |