HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διατηρώ — definition

Conjugation of διατηρώ

Regular CEFR C2
ði̯a.tiˈɾo

δεν αφήνω κάτι να χαλάσει ή να καταστραφεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διατηρώ
εσύ διατηρείς
αυτός / αυτή / αυτό διατηρεί
εμείς διατηρούμε
εσείς διατηρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διατηρούν
Παρατατικός
εγώ διατηρούσα
εσύ διατηρούσες
αυτός / αυτή / αυτό διατηρούσε
εμείς διατηρούσαμε
εσείς διατηρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διατηρούσαν
Αόριστος
εγώ διατήρησα
εσύ διατήρησες
αυτός / αυτή / αυτό διατήρησε
εμείς διατηρήσαμε
εσείς διατηρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διατήρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διατηρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διατηρήσω
εσύ διατηρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό διατηρήσει
εμείς διατηρήσουμε
εσείς διατηρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διατηρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διατηρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διατήρησε
εσείς διατηρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
διατηρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διατηρούμαι
εσύ διατηρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό διατηρείται
εμείς διατηρούμαστε
εσείς διατηρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά διατηρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό διατηρούνταν
εμείς διατηρούμασταν
εσείς [διατηρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά διατηρούνταν
Αόριστος
εγώ διατηρήθηκα
εσύ διατηρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διατηρήθηκε
εμείς διατηρηθήκαμε
εσείς διατηρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διατηρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διατηρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διατηρηθώ
εσύ διατηρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό διατηρηθεί
εμείς διατηρηθούμε
εσείς διατηρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διατηρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διατηρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διατηρήσου
εσείς διατηρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διατηρηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary