Conjugation of διασχίζω
ði̯aˈsçi.zoπορεύομαι σε μια περιοχή και την περνάω απ’ άκρη σ’ άκρη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διασχίζω |
| εσύ | διασχίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασχίζει |
| εμείς | διασχίζουμε |
| εσείς | διασχίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασχίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | διέσχιζα |
| εσύ | διέσχιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέσχιζε |
| εμείς | διασχίζαμε |
| εσείς | διασχίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέσχιζαν |
Αόριστος
| εγώ | διέσχισα |
| εσύ | διέσχισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέσχισε |
| εμείς | διασχίσαμε |
| εσείς | διασχίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέσχισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διασχίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διασχίσω |
| εσύ | διασχίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασχίσει |
| εμείς | διασχίσουμε |
| εσείς | διασχίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασχίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διέσχιζε |
| εσείς | διασχίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διέσχισε |
| εσείς | διασχίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διασχίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διασχίζομαι |
| εσύ | διασχίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασχίζεται |
| εμείς | διασχιζόμαστε |
| εσείς | διασχίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασχίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | διασχιζόμουν |
| εσύ | διασχιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασχιζόταν |
| εμείς | διασχιζόμασταν |
| εσείς | διασχιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασχίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | διασχίστηκα |
| εσύ | διασχίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασχίστηκε |
| εμείς | διασχιστήκαμε |
| εσείς | διασχιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασχίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διασχιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διασχιστώ |
| εσύ | διασχιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασχιστεί |
| εμείς | διασχιστούμε |
| εσείς | διασχιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασχιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διασχίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διασχίσου |
| εσείς | διασχιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διασχιστεί |