HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διασχίζω — definition

Conjugation of διασχίζω

Regular CEFR B2
ði̯aˈsçi.zo

πορεύομαι σε μια περιοχή και την περνάω απ’ άκρη σ’ άκρη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διασχίζω
εσύ διασχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό διασχίζει
εμείς διασχίζουμε
εσείς διασχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά διασχίζουν
Παρατατικός
εγώ διέσχιζα
εσύ διέσχιζες
αυτός / αυτή / αυτό διέσχιζε
εμείς διασχίζαμε
εσείς διασχίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέσχιζαν
Αόριστος
εγώ διέσχισα
εσύ διέσχισες
αυτός / αυτή / αυτό διέσχισε
εμείς διασχίσαμε
εσείς διασχίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέσχισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διασχίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διασχίσω
εσύ διασχίσεις
αυτός / αυτή / αυτό διασχίσει
εμείς διασχίσουμε
εσείς διασχίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διασχίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διέσχιζε
εσείς διασχίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διέσχισε
εσείς διασχίστε
Απαρέμφατο αορίστου
διασχίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διασχίζομαι
εσύ διασχίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διασχίζεται
εμείς διασχιζόμαστε
εσείς διασχίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διασχίζονται
Παρατατικός
εγώ διασχιζόμουν
εσύ διασχιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διασχιζόταν
εμείς διασχιζόμασταν
εσείς διασχιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διασχίζονταν
Αόριστος
εγώ διασχίστηκα
εσύ διασχίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό διασχίστηκε
εμείς διασχιστήκαμε
εσείς διασχιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διασχίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διασχιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διασχιστώ
εσύ διασχιστείς
αυτός / αυτή / αυτό διασχιστεί
εμείς διασχιστούμε
εσείς διασχιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διασχιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διασχίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διασχίσου
εσείς διασχιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διασχιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary