HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διασπώ — definition

Conjugation of διασπώ

Regular CEFR B1
ðiaˈspo

χωρίζω κάτι σε δυο ή περισσότερα μέρη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διασπώ
εσύ διασπάς
αυτός / αυτή / αυτό διασπά
εμείς διασπούμε
εσείς διασπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά διασπούν
Παρατατικός
εγώ διασπούσα
εσύ διασπούσες
αυτός / αυτή / αυτό διασπούσε
εμείς διασπούσαμε
εσείς διασπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διασπούσαν
Αόριστος
εγώ διέσπασα
εσύ διέσπασες
αυτός / αυτή / αυτό διέσπασε
εμείς διασπάσαμε
εσείς διασπάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέσπασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διασπάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διασπάσω
εσύ διασπάσεις
αυτός / αυτή / αυτό διασπάσει
εμείς διασπάσουμε
εσείς διασπάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διασπάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διασπάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάσπασε
εσείς διασπάστε
Απαρέμφατο αορίστου
διασπάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διασπώμαι
εσύ διασπάσαι
αυτός / αυτή / αυτό διασπάται
εμείς διασπόμαστε
εσείς διασπάστε
αυτοί / αυτές / αυτά διασπώνται
Αόριστος
εγώ διασπάστηκα
εσύ διασπάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό διασπάστηκε
εμείς διασπαστήκαμε
εσείς διασπαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διασπάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διασπαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διασπαστώ
εσύ διασπαστείς
αυτός / αυτή / αυτό διασπαστεί
εμείς διασπαστούμε
εσείς διασπαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διασπαστούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διασπάσου
εσείς διασπαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διασπαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary