Conjugation of διασκελίζω
ðia.sceˈli.zoπερνάω κάποιο εμπόδιο με ένα άνοιγμα των σκελών ή ένα πηδηματάκι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διασκελίζω |
| εσύ | διασκελίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκελίζει |
| εμείς | διασκελίζουμε |
| εσείς | διασκελίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκελίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | διασκέλιζα |
| εσύ | διασκέλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκέλιζε |
| εμείς | διασκελίζαμε |
| εσείς | διασκελίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκέλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | διασκέλισα |
| εσύ | διασκέλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκέλισε |
| εμείς | διασκελίσαμε |
| εσείς | διασκελίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκέλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διασκελίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διασκελίσω |
| εσύ | διασκελίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκελίσει |
| εμείς | διασκελίσουμε |
| εσείς | διασκελίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκελίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διασκέλιζε |
| εσείς | διασκελίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διασκέλισε |
| εσείς | διασκελίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διασκελίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διασκελίζομαι |
| εσύ | διασκελίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκελίζεται |
| εμείς | διασκελιζόμαστε |
| εσείς | διασκελίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκελίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | διασκελιζόμουν |
| εσύ | διασκελιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκελιζόταν |
| εμείς | διασκελιζόμασταν |
| εσείς | διασκελιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκελίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | διασκελίστηκα |
| εσύ | διασκελίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκελίστηκε |
| εμείς | διασκελιστήκαμε |
| εσείς | διασκελιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκελίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διασκελιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διασκελιστώ |
| εσύ | διασκελιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκελιστεί |
| εμείς | διασκελιστούμε |
| εσείς | διασκελιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκελιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διασκελίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διασκελίσου |
| εσείς | διασκελιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διασκελιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.