Conjugation of διασκεδάζω
ðja.sceˈða.zoκάνω κάποιον να χαμογελάσει ή να γελάσει ή να νιώσει ευχάριστα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διασκεδάζω |
| εσύ | διασκεδάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκεδάζει |
| εμείς | διασκεδάζουμε |
| εσείς | διασκεδάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκεδάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | διασκέδαζα |
| εσύ | διασκέδαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκέδαζε |
| εμείς | διασκεδάζαμε |
| εσείς | διασκεδάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκέδαζαν |
Αόριστος
| εγώ | διασκέδασα |
| εσύ | διασκέδασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκέδασε |
| εμείς | διασκεδάσαμε |
| εσείς | διασκεδάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκέδασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διασκεδάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διασκεδάσω |
| εσύ | διασκεδάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διασκεδάσει |
| εμείς | διασκεδάσουμε |
| εσείς | διασκεδάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διασκεδάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διασκέδαζε |
| εσείς | διασκεδάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διασκέδασε |
| εσείς | διασκεδάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διασκεδάσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.