Conjugation of διαρκώ
ði.aɾˈkoη ύπαρξη ενός φαινομένου, γεγονός ή κάποιου για ορισμένο χρονικό διάστημα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαρκώ |
| εσύ | διαρκείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαρκεί |
| εμείς | διαρκούμε |
| εσείς | διαρκείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαρκούν |
Παρατατικός
| εγώ | διαρκούσα |
| εσύ | διαρκούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαρκούσε |
| εμείς | διαρκούσαμε |
| εσείς | διαρκούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαρκούσαν |
Αόριστος
| εγώ | διήρκεσα |
| εσύ | διήρκεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διήρκεσε |
| εμείς | διαρκέσαμε |
| εσείς | διαρκέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διήρκεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαρκέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαρκέσω |
| εσύ | διαρκέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαρκέσει |
| εμείς | διαρκέσουμε |
| εσείς | διαρκέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαρκέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαρκείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διήρκεσε |
| εσείς | διαρκέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαρκέσει |