HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαρκώ — definition

Conjugation of διαρκώ

Regular CEFR B1
ði.aɾˈko

η ύπαρξη ενός φαινομένου, γεγονός ή κάποιου για ορισμένο χρονικό διάστημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαρκώ
εσύ διαρκείς
αυτός / αυτή / αυτό διαρκεί
εμείς διαρκούμε
εσείς διαρκείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαρκούν
Παρατατικός
εγώ διαρκούσα
εσύ διαρκούσες
αυτός / αυτή / αυτό διαρκούσε
εμείς διαρκούσαμε
εσείς διαρκούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαρκούσαν
Αόριστος
εγώ διήρκεσα
εσύ διήρκεσες
αυτός / αυτή / αυτό διήρκεσε
εμείς διαρκέσαμε
εσείς διαρκέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διήρκεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαρκέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαρκέσω
εσύ διαρκέσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαρκέσει
εμείς διαρκέσουμε
εσείς διαρκέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαρκέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαρκείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διήρκεσε
εσείς διαρκέστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαρκέσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary