Conjugation of διαπρέπω
ði̯aˈpɾe.poπετυχαίνω σπουδαία πράγματα στον τομέα μου και ξεχωρίζω, γίνομαι ονομαστός. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαπρέπω |
| εσύ | διαπρέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπρέπει |
| εμείς | διαπρέπουμε |
| εσείς | διαπρέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπρέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | διέπρεπα |
| εσύ | διέπρεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέπρεπε |
| εμείς | διαπρέπαμε |
| εσείς | διαπρέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέπρεπαν |
Αόριστος
| εγώ | διέπρεψα |
| εσύ | διέπρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέπρεψε |
| εμείς | διαπρέψαμε |
| εσείς | διαπρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέπρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαπρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαπρέψω |
| εσύ | διαπρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπρέψει |
| εμείς | διαπρέψουμε |
| εσείς | διαπρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαπρέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάπρεψε |
| εσείς | διαπρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαπρέψει |