HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαπρέπω — definition

Conjugation of διαπρέπω

Regular CEFR B2
ði̯aˈpɾe.po

πετυχαίνω σπουδαία πράγματα στον τομέα μου και ξεχωρίζω, γίνομαι ονομαστός. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαπρέπω
εσύ διαπρέπεις
αυτός / αυτή / αυτό διαπρέπει
εμείς διαπρέπουμε
εσείς διαπρέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπρέπουν
Παρατατικός
εγώ διέπρεπα
εσύ διέπρεπες
αυτός / αυτή / αυτό διέπρεπε
εμείς διαπρέπαμε
εσείς διαπρέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέπρεπαν
Αόριστος
εγώ διέπρεψα
εσύ διέπρεψες
αυτός / αυτή / αυτό διέπρεψε
εμείς διαπρέψαμε
εσείς διαπρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέπρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαπρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαπρέψω
εσύ διαπρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό διαπρέψει
εμείς διαπρέψουμε
εσείς διαπρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαπρέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάπρεψε
εσείς διαπρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαπρέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary