Conjugation of διαπλέω
ðiaˈple.oπερνάω πλέοντας μια θαλάσσια έκταση ή τη διασχίζω κολυμπώντας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαπλέω |
| εσύ | διαπλέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπλέει |
| εμείς | διαπλέουμε |
| εσείς | διαπλέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπλέουν |
Παρατατικός
| εγώ | διέπλεα |
| εσύ | διέπλεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέπλεε |
| εμείς | διαπλέαμε |
| εσείς | διαπλέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέπλεαν |
Αόριστος
| εγώ | διέπλευσα |
| εσύ | διέπλευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέπλευσε |
| εμείς | διαπλεύσαμε |
| εσείς | διαπλεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέπλευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαπλεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαπλεύσω |
| εσύ | διαπλεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπλεύσει |
| εμείς | διαπλεύσουμε |
| εσείς | διαπλεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπλεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διάπλεε |
| εσείς | διαπλέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάπλευσε |
| εσείς | διαπλεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαπλεύσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.