HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαπλέω — definition

Conjugation of διαπλέω

Regular CEFR B1
ðiaˈple.o

περνάω πλέοντας μια θαλάσσια έκταση ή τη διασχίζω κολυμπώντας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαπλέω
εσύ διαπλέεις
αυτός / αυτή / αυτό διαπλέει
εμείς διαπλέουμε
εσείς διαπλέετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπλέουν
Παρατατικός
εγώ διέπλεα
εσύ διέπλεες
αυτός / αυτή / αυτό διέπλεε
εμείς διαπλέαμε
εσείς διαπλέατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέπλεαν
Αόριστος
εγώ διέπλευσα
εσύ διέπλευσες
αυτός / αυτή / αυτό διέπλευσε
εμείς διαπλεύσαμε
εσείς διαπλεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέπλευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαπλεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαπλεύσω
εσύ διαπλεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαπλεύσει
εμείς διαπλεύσουμε
εσείς διαπλεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπλεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διάπλεε
εσείς διαπλέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάπλευσε
εσείς διαπλεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαπλεύσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary