Conjugation of διανύω
ði̯ˈni.oκινούμαι σε μια (μεγάλη) απόσταση από ένα σημείο μέχρι κάποιο άλλο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διανύω |
| εσύ | διανύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διανύει |
| εμείς | διανύουμε |
| εσείς | διανύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διανύουν |
Παρατατικός
| εγώ | διάνυα |
| εσύ | διάνυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διάνυε |
| εμείς | διανύαμε |
| εσείς | διανύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διάνυαν |
Αόριστος
| εγώ | διάνυσα |
| εσύ | διάνυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διάνυσε |
| εμείς | διανύσαμε |
| εσείς | διανύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διάνυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διανύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διανύσω |
| εσύ | διανύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διανύσει |
| εμείς | διανύσουμε |
| εσείς | διανύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διανύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διάνυε |
| εσείς | διανύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάνυσε |
| εσείς | διανύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διανύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διανύομαι |
| εσύ | διανύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διανύεται |
| εμείς | διανυόμαστε |
| εσείς | διανύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διανύονται |
Παρατατικός
| εγώ | διανυόμουν[α] |
| εσύ | διανυόσουν[α] |
| αυτός / αυτή / αυτό | διανυόταν[ε] |
| εμείς | διανυόμασταν |
| εσείς | διανυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διανύονταν |
Αόριστος
| εγώ | διανύθηκα |
| εσύ | διανύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διανύθηκε |
| εμείς | διανυθήκαμε |
| εσείς | διανυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διανύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διανυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διανυθώ |
| εσύ | διανυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διανυθεί |
| εμείς | διανυθούμε |
| εσείς | διανυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διανυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διανύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διανύσου |
| εσείς | διανυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διανυθεί |