HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διανέμω — definition

Conjugation of διανέμω

Regular CEFR B1
ði̯aˈne.mo

μοιράζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διανέμω
εσύ διανέμεις
αυτός / αυτή / αυτό διανέμει
εμείς διανέμουμε
εσείς διανέμετε
αυτοί / αυτές / αυτά διανέμουν
Παρατατικός
εγώ διένεμα
εσύ διένεμες
αυτός / αυτή / αυτό διένεμε
εμείς διανέμαμε
εσείς διανέματε
αυτοί / αυτές / αυτά διένεμαν
Αόριστος
εγώ διένειμα
εσύ διένειμες
αυτός / αυτή / αυτό διένειμε
εμείς διανείμαμε
εσείς διανείματε
αυτοί / αυτές / αυτά διένειμαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διανείμω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διανείμω
εσύ διανείμεις
αυτός / αυτή / αυτό διανείμει
εμείς διανείμουμε
εσείς διανείμετε
αυτοί / αυτές / αυτά διανείμουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διανέμετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάνειμε
εσείς διανείμετε
Απαρέμφατο αορίστου
διανείμει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διανέμομαι
εσύ διανέμεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διανέμεται
εμείς διανεμόμαστε
εσείς διανέμεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διανέμονται
Παρατατικός
εγώ διανεμόμουν
εσύ διανεμόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διανεμόταν
εμείς διανεμόμασταν
εσείς διανεμόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διανέμονταν
Αόριστος
εγώ διανεμήθηκα
εσύ διανεμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διανεμήθηκε
εμείς διανεμηθήκαμε
εσείς διανεμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διανεμήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διανεμηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διανεμηθώ
εσύ διανεμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό διανεμηθεί
εμείς διανεμηθούμε
εσείς διανεμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διανεμηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διανέμεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς διανεμηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διανεμηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary