Conjugation of διαλύω
ði̯aˈli.oκαταστρέφω κάτι, προκαλώ σε αυτό πολύ μεγάλη φθορά, κατατσακίζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαλύω |
| εσύ | διαλύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαλύει |
| εμείς | διαλύουμε |
| εσείς | διαλύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαλύουν |
Παρατατικός
| εγώ | διέλυα |
| εσύ | διέλυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέλυε |
| εμείς | διαλύαμε |
| εσείς | διαλύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέλυαν |
Αόριστος
| εγώ | διέλυσα |
| εσύ | διέλυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέλυσε |
| εμείς | διαλύσαμε |
| εσείς | διαλύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέλυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαλύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαλύσω |
| εσύ | διαλύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαλύσει |
| εμείς | διαλύσουμε |
| εσείς | διαλύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαλύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διάλυε |
| εσείς | διαλύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάλυσε |
| εσείς | διαλύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαλύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαλύομαι |
| εσύ | διαλύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαλύεται |
| εμείς | διαλυόμαστε |
| εσείς | διαλύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαλύονται |
Παρατατικός
| εγώ | διαλυόμουν |
| εσύ | διαλυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαλυόταν |
| εμείς | διαλυόμασταν |
| εσείς | διαλυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαλύονταν |
Αόριστος
| εγώ | διαλύθηκα |
| εσύ | διαλύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαλύθηκε |
| εμείς | διαλυθήκαμε |
| εσείς | διαλυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαλύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαλυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαλυθώ |
| εσύ | διαλυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαλυθεί |
| εμείς | διαλυθούμε |
| εσείς | διαλυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαλυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαλύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαλύσου |
| εσείς | διαλυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαλυθεί |