HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαλύω — definition

Conjugation of διαλύω

Regular CEFR C2
ði̯aˈli.o

καταστρέφω κάτι, προκαλώ σε αυτό πολύ μεγάλη φθορά, κατατσακίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαλύω
εσύ διαλύεις
αυτός / αυτή / αυτό διαλύει
εμείς διαλύουμε
εσείς διαλύετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλύουν
Παρατατικός
εγώ διέλυα
εσύ διέλυες
αυτός / αυτή / αυτό διέλυε
εμείς διαλύαμε
εσείς διαλύατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέλυαν
Αόριστος
εγώ διέλυσα
εσύ διέλυσες
αυτός / αυτή / αυτό διέλυσε
εμείς διαλύσαμε
εσείς διαλύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαλύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαλύσω
εσύ διαλύσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαλύσει
εμείς διαλύσουμε
εσείς διαλύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διάλυε
εσείς διαλύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάλυσε
εσείς διαλύστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαλύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαλύομαι
εσύ διαλύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διαλύεται
εμείς διαλυόμαστε
εσείς διαλύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλύονται
Παρατατικός
εγώ διαλυόμουν
εσύ διαλυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διαλυόταν
εμείς διαλυόμασταν
εσείς διαλυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διαλύονταν
Αόριστος
εγώ διαλύθηκα
εσύ διαλύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διαλύθηκε
εμείς διαλυθήκαμε
εσείς διαλυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαλυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαλυθώ
εσύ διαλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό διαλυθεί
εμείς διαλυθούμε
εσείς διαλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαλύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαλύσου
εσείς διαλυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαλυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary