HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαλέγω — definition

Conjugation of διαλέγω

Regular CEFR C2
ðʝaˈle.ɣo

απομακρύνω από ένα σύνολο τα άχρηστα, ξεδιαλέγω, ξεσκαρτάρω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαλέγω
εσύ διαλέγεις
αυτός / αυτή / αυτό διαλέγει
εμείς διαλέγουμε
εσείς διαλέγετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλέγουν
Παρατατικός
εγώ διάλεγα
εσύ διάλεγες
αυτός / αυτή / αυτό διάλεγε
εμείς διαλέγαμε
εσείς διαλέγατε
αυτοί / αυτές / αυτά διάλεγαν
Αόριστος
εγώ διάλεξα
εσύ διάλεξες
αυτός / αυτή / αυτό διάλεξε
εμείς διαλέξαμε
εσείς διαλέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά διάλεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαλέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαλέξω
εσύ διαλέξεις
αυτός / αυτή / αυτό διαλέξει
εμείς διαλέξουμε
εσείς διαλέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διάλεγε
εσείς διαλέγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάλεξε
εσείς διαλέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαλέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαλέγομαι
εσύ διαλέγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διαλέγεται
εμείς διαλεγόμαστε
εσείς διαλέγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλέγονται
Παρατατικός
εγώ διαλεγόμουν
εσύ διαλεγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διαλεγόταν
εμείς διαλεγόμασταν
εσείς διαλεγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διαλέγονταν
Αόριστος
εγώ διαλέχτηκα
εσύ διαλέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό διαλέχτηκε
εμείς διαλεχτήκαμε
εσείς διαλεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλέχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαλεχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαλεχτώ
εσύ διαλεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό διαλεχτεί
εμείς διαλεχτούμε
εσείς διαλεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαλεχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαλέγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαλέξου
εσείς διαλεχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαλεχτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary