HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διακόπτω — definition

Conjugation of διακόπτω

Regular CEFR B2
ði̯aˈko.pto

τερματίζω μόνιμα ή προσωρινά πράξεις ή καταστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διακόπτω
εσύ διακόπτεις
αυτός / αυτή / αυτό διακόπτει
εμείς διακόπτουμε
εσείς διακόπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά διακόπτουν
Παρατατικός
εγώ διέκοπτα
εσύ διέκοπτες
αυτός / αυτή / αυτό διέκοπτε
εμείς διακόπταμε
εσείς διακόπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέκοπταν
Αόριστος
εγώ διέκοψα
εσύ διέκοψες
αυτός / αυτή / αυτό διέκοψε
εμείς διακόψαμε
εσείς διακόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διακόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διακόψω
εσύ διακόψεις
αυτός / αυτή / αυτό διακόψει
εμείς διακόψουμε
εσείς διακόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά διακόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διακόπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάκοψε
εσείς διακόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
διακόψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διακόπτομαι
εσύ διακόπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διακόπτεται
εμείς διακοπτόμαστε
εσείς διακόπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διακόπτονται
Παρατατικός
εγώ διακοπτόμουν
εσύ διακοπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διακοπτόταν
εμείς διακοπτόμασταν
εσείς διακοπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διακόπτονταν
Αόριστος
εγώ διακόπηκα
εσύ διακόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό διακόπηκε
εμείς διακοπήκαμε
εσείς διακοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διακόπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διακοπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διακοπώ
εσύ διακοπείς
αυτός / αυτή / αυτό διακοπεί
εμείς διακοπούμε
εσείς διακοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διακοπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διακόπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διακόψου
εσείς διακοπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διακοπεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary