Conjugation of διακοσμώ
ði̯a.koˈzmoστολίζω κάτι (χώρο, αντικείμενο) με διάφορα στολίδια ή σχέδια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διακοσμώ |
| εσύ | διακοσμείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διακοσμεί |
| εμείς | διακοσμούμε |
| εσείς | διακοσμείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διακοσμούν |
Παρατατικός
| εγώ | διακοσμούσα |
| εσύ | διακοσμούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διακοσμούσε |
| εμείς | διακοσμούσαμε |
| εσείς | διακοσμούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διακοσμούσαν |
Αόριστος
| εγώ | διακόσμησα |
| εσύ | διακόσμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διακόσμησε |
| εμείς | διακοσμήσαμε |
| εσείς | διακοσμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διακόσμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διακοσμήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διακοσμήσω |
| εσύ | διακοσμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διακοσμήσει |
| εμείς | διακοσμήσουμε |
| εσείς | διακοσμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διακοσμήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διακοσμείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διακόσμησε |
| εσείς | διακοσμήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διακοσμήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διακοσμούμαι |
| εσύ | διακοσμείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διακοσμείται |
| εμείς | διακοσμούμαστε |
| εσείς | διακοσμείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διακοσμούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | διακοσμούνταν |
| εμείς | διακοσμούμασταν |
| εσείς | [διακοσμούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διακοσμούνταν |
Αόριστος
| εγώ | διακοσμήθηκα |
| εσύ | διακοσμήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διακοσμήθηκε |
| εμείς | διακοσμηθήκαμε |
| εσείς | διακοσμηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διακοσμήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διακοσμηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διακοσμηθώ |
| εσύ | διακοσμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διακοσμηθεί |
| εμείς | διακοσμηθούμε |
| εσείς | διακοσμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διακοσμηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διακοσμείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διακοσμήσου |
| εσείς | διακοσμηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διακοσμηθεί |