HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διακοσμώ — definition

Conjugation of διακοσμώ

Regular CEFR B2
ði̯a.koˈzmo

στολίζω κάτι (χώρο, αντικείμενο) με διάφορα στολίδια ή σχέδια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διακοσμώ
εσύ διακοσμείς
αυτός / αυτή / αυτό διακοσμεί
εμείς διακοσμούμε
εσείς διακοσμείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διακοσμούν
Παρατατικός
εγώ διακοσμούσα
εσύ διακοσμούσες
αυτός / αυτή / αυτό διακοσμούσε
εμείς διακοσμούσαμε
εσείς διακοσμούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διακοσμούσαν
Αόριστος
εγώ διακόσμησα
εσύ διακόσμησες
αυτός / αυτή / αυτό διακόσμησε
εμείς διακοσμήσαμε
εσείς διακοσμήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διακόσμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διακοσμήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διακοσμήσω
εσύ διακοσμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό διακοσμήσει
εμείς διακοσμήσουμε
εσείς διακοσμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διακοσμήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διακοσμείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διακόσμησε
εσείς διακοσμήστε
Απαρέμφατο αορίστου
διακοσμήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διακοσμούμαι
εσύ διακοσμείσαι
αυτός / αυτή / αυτό διακοσμείται
εμείς διακοσμούμαστε
εσείς διακοσμείστε
αυτοί / αυτές / αυτά διακοσμούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό διακοσμούνταν
εμείς διακοσμούμασταν
εσείς [διακοσμούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά διακοσμούνταν
Αόριστος
εγώ διακοσμήθηκα
εσύ διακοσμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διακοσμήθηκε
εμείς διακοσμηθήκαμε
εσείς διακοσμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διακοσμήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διακοσμηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διακοσμηθώ
εσύ διακοσμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό διακοσμηθεί
εμείς διακοσμηθούμε
εσείς διακοσμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διακοσμηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διακοσμείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διακοσμήσου
εσείς διακοσμηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διακοσμηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary