HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαιρώ — definition

Conjugation of διαιρώ

Regular CEFR B1
ði.eˈɾo

χωρίζω κάτι σε μέρη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαιρώ
εσύ διαιρείς
αυτός / αυτή / αυτό διαιρεί
εμείς διαιρούμε
εσείς διαιρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαιρούν
Παρατατικός
εγώ διαιρούσα
εσύ διαιρούσες
αυτός / αυτή / αυτό διαιρούσε
εμείς διαιρούσαμε
εσείς διαιρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαιρούσαν
Αόριστος
εγώ διαίρεσα
εσύ διαίρεσες
αυτός / αυτή / αυτό διαίρεσε
εμείς διαιρέσαμε
εσείς διαιρέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαίρεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαιρέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαιρέσω
εσύ διαιρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαιρέσει
εμείς διαιρέσουμε
εσείς διαιρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαιρέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαιρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαίρεσε
εσείς διαιρέστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαιρέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαιρούμαι
εσύ διαιρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό διαιρείται
εμείς διαιρούμαστε
εσείς διαιρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά διαιρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό διαιρούνταν
εμείς διαιρούμασταν
εσείς [διαιρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά διαιρούνταν
Αόριστος
εγώ διαιρέθηκα
εσύ διαιρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διαιρέθηκε
εμείς διαιρεθήκαμε
εσείς διαιρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαιρέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαιρεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαιρεθώ
εσύ διαιρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό διαιρεθεί
εμείς διαιρεθούμε
εσείς διαιρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαιρεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαιρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαιρέσου
εσείς διαιρεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαιρεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary