HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαθλώ — definition

Conjugation of διαθλώ

Regular CEFR B1
ði̯aˈθlo

προκαλώ τη διάθλαση μιας δέσμης φωτός, ενός ηχητικού κύματος κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαθλώ
εσύ διαθλάς
αυτός / αυτή / αυτό διαθλά
εμείς διαθλούμε
εσείς διαθλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαθλούν
Παρατατικός
εγώ διαθλούσα
εσύ διαθλούσες
αυτός / αυτή / αυτό διαθλούσε
εμείς διαθλούσαμε
εσείς διαθλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαθλούσαν
Αόριστος
εγώ διέθλασα
εσύ διέθλασες
αυτός / αυτή / αυτό διέθλασε
εμείς διαθλάσαμε
εσείς διαθλάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέθλασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαθλάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαθλάσω
εσύ διαθλάσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαθλάσει
εμείς διαθλάσουμε
εσείς διαθλάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαθλάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαθλάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάθλασε
εσείς διαθλάστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαθλάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαθλώμαι
εσύ διαθλάσαι
αυτός / αυτή / αυτό διαθλάται
εμείς διαθλόμαστε
εσείς διαθλάστε
αυτοί / αυτές / αυτά διαθλώνται
Αόριστος
εγώ διαθλάστηκα
εσύ διαθλάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό διαθλάστηκε
εμείς διαθλαστήκαμε
εσείς διαθλαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαθλάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαθλαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαθλαστώ
εσύ διαθλαστείς
αυτός / αυτή / αυτό διαθλαστεί
εμείς διαθλαστούμε
εσείς διαθλαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαθλαστούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαθλάσου
εσείς διαθλαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαθλαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary