Conjugation of διαθλώ
ði̯aˈθloπροκαλώ τη διάθλαση μιας δέσμης φωτός, ενός ηχητικού κύματος κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαθλώ |
| εσύ | διαθλάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαθλά |
| εμείς | διαθλούμε |
| εσείς | διαθλάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαθλούν |
Παρατατικός
| εγώ | διαθλούσα |
| εσύ | διαθλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαθλούσε |
| εμείς | διαθλούσαμε |
| εσείς | διαθλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαθλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | διέθλασα |
| εσύ | διέθλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέθλασε |
| εμείς | διαθλάσαμε |
| εσείς | διαθλάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέθλασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαθλάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαθλάσω |
| εσύ | διαθλάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαθλάσει |
| εμείς | διαθλάσουμε |
| εσείς | διαθλάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαθλάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαθλάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάθλασε |
| εσείς | διαθλάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαθλάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαθλώμαι |
| εσύ | διαθλάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαθλάται |
| εμείς | διαθλόμαστε |
| εσείς | διαθλάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαθλώνται |
Αόριστος
| εγώ | διαθλάστηκα |
| εσύ | διαθλάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαθλάστηκε |
| εμείς | διαθλαστήκαμε |
| εσείς | διαθλαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαθλάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαθλαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαθλαστώ |
| εσύ | διαθλαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαθλαστεί |
| εμείς | διαθλαστούμε |
| εσείς | διαθλαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαθλαστούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαθλάσου |
| εσείς | διαθλαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαθλαστεί |