Conjugation of διαγουμίζω
ðʝa.ɣuˈmi.zoλεηλατώ, αρπάζω πράγματα που δε μου ανήκουν Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαγουμίζω |
| εσύ | διαγουμίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαγουμίζει |
| εμείς | διαγουμίζουμε |
| εσείς | διαγουμίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαγουμίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | διαγούμιζα |
| εσύ | διαγούμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαγούμιζε |
| εμείς | διαγουμίζαμε |
| εσείς | διαγουμίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαγούμιζαν |
Αόριστος
| εγώ | διαγούμισα |
| εσύ | διαγούμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαγούμισε |
| εμείς | διαγουμίσαμε |
| εσείς | διαγουμίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαγούμισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαγουμίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαγουμίσω |
| εσύ | διαγουμίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαγουμίσει |
| εμείς | διαγουμίσουμε |
| εσείς | διαγουμίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαγουμίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διαγούμιζε |
| εσείς | διαγουμίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαγούμισε |
| εσείς | διαγουμίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαγουμίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαγουμίζομαι |
| εσύ | διαγουμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαγουμίζεται |
| εμείς | διαγουμιζόμαστε |
| εσείς | διαγουμίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαγουμίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | διαγουμιζόμουν |
| εσύ | διαγουμιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαγουμιζόταν |
| εμείς | διαγουμιζόμασταν |
| εσείς | διαγουμιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαγουμίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | διαγουμίστηκα |
| εσύ | διαγουμίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαγουμίστηκε |
| εμείς | διαγουμιστήκαμε |
| εσείς | διαγουμιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαγουμίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαγουμιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαγουμιστώ |
| εσύ | διαγουμιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαγουμιστεί |
| εμείς | διαγουμιστούμε |
| εσείς | διαγουμιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαγουμιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαγουμίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαγουμίσου |
| εσείς | διαγουμιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαγουμιστεί |