Conjugation of διαβλέπω
ði̯aˈvle.poυποθέτω και συμπεραίνω από ενδείξεις πριν συμβεί Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαβλέπω |
| εσύ | διαβλέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαβλέπει |
| εμείς | διαβλέπουμε |
| εσείς | διαβλέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαβλέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | διέβλεπα |
| εσύ | διέβλεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέβλεπε |
| εμείς | διαβλέπαμε |
| εσείς | διαβλέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέβλεπαν |
Αόριστος
| εγώ | διέβλεψα |
| εσύ | διέβλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέβλεψε |
| εμείς | διαβλέψαμε |
| εσείς | διαβλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέβλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαβλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαβλέψω |
| εσύ | διαβλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαβλέψει |
| εμείς | διαβλέψουμε |
| εσείς | διαβλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαβλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διάβλεπε |
| εσείς | διαβλέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάβλεψε |
| εσείς | διαβλέψετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαβλέψει |