HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δημοσιεύω — definition

Conjugation of δημοσιεύω

Regular CEFR B2
ði.mo.siˈe.vo

ενεργώ έτσι ώστε ένα κείμενο, άρθρο, αγγελία ή άλλη καταχώριση να εκτυπωθεί και να περιληφθεί σε έντυπη έκδοση, ώστε να γίνει προσιτό στο κοινό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δημοσιεύω
εσύ δημοσιεύεις
αυτός / αυτή / αυτό δημοσιεύει
εμείς δημοσιεύουμε
εσείς δημοσιεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά δημοσιεύουν
Παρατατικός
εγώ δημοσίευα
εσύ δημοσίευες
αυτός / αυτή / αυτό δημοσίευε
εμείς δημοσιεύαμε
εσείς δημοσιεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά δημοσίευαν
Αόριστος
εγώ δημοσίευσα
εσύ δημοσίευσες
αυτός / αυτή / αυτό δημοσίευσε
εμείς δημοσιεύσαμε
εσείς δημοσιεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δημοσίευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δημοσιεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δημοσιεύσω
εσύ δημοσιεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό δημοσιεύσει
εμείς δημοσιεύσουμε
εσείς δημοσιεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δημοσιεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δημοσίευε
εσείς δημοσιεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δημοσίευσε
εσείς δημοσιεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
δημοσιεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δημοσιεύομαι
εσύ δημοσιεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δημοσιεύεται
εμείς δημοσιευόμαστε
εσείς δημοσιεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δημοσιεύονται
Παρατατικός
εγώ δημοσιευόμουν
εσύ δημοσιευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δημοσιευόταν
εμείς δημοσιευόμασταν
εσείς δημοσιευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δημοσιεύονταν
Αόριστος
εγώ δημοσιεύτηκα
εσύ δημοσιεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό δημοσιεύτηκε
εμείς δημοσιευτήκαμε
εσείς δημοσιευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δημοσιεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δημοσιευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δημοσιευτώ
εσύ δημοσιευτείς
αυτός / αυτή / αυτό δημοσιευτεί
εμείς δημοσιευτούμε
εσείς δημοσιευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δημοσιευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δημοσιεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δημοσιεύσου
εσείς δημοσιευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δημοσιευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary