Conjugation of δημοσιεύω
ði.mo.siˈe.voενεργώ έτσι ώστε ένα κείμενο, άρθρο, αγγελία ή άλλη καταχώριση να εκτυπωθεί και να περιληφθεί σε έντυπη έκδοση, ώστε να γίνει προσιτό στο κοινό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δημοσιεύω |
| εσύ | δημοσιεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημοσιεύει |
| εμείς | δημοσιεύουμε |
| εσείς | δημοσιεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημοσιεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | δημοσίευα |
| εσύ | δημοσίευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημοσίευε |
| εμείς | δημοσιεύαμε |
| εσείς | δημοσιεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημοσίευαν |
Αόριστος
| εγώ | δημοσίευσα |
| εσύ | δημοσίευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημοσίευσε |
| εμείς | δημοσιεύσαμε |
| εσείς | δημοσιεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημοσίευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δημοσιεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δημοσιεύσω |
| εσύ | δημοσιεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημοσιεύσει |
| εμείς | δημοσιεύσουμε |
| εσείς | δημοσιεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημοσιεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δημοσίευε |
| εσείς | δημοσιεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δημοσίευσε |
| εσείς | δημοσιεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δημοσιεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δημοσιεύομαι |
| εσύ | δημοσιεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημοσιεύεται |
| εμείς | δημοσιευόμαστε |
| εσείς | δημοσιεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημοσιεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | δημοσιευόμουν |
| εσύ | δημοσιευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημοσιευόταν |
| εμείς | δημοσιευόμασταν |
| εσείς | δημοσιευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημοσιεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | δημοσιεύτηκα |
| εσύ | δημοσιεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημοσιεύτηκε |
| εμείς | δημοσιευτήκαμε |
| εσείς | δημοσιευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημοσιεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δημοσιευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δημοσιευτώ |
| εσύ | δημοσιευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημοσιευτεί |
| εμείς | δημοσιευτούμε |
| εσείς | δημοσιευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημοσιευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δημοσιεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δημοσιεύσου |
| εσείς | δημοσιευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δημοσιευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.