Conjugation of δημιουργώ
ði.mi.uɾˈɣoφτιάχνω κάτι καινούργιο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας, κατασκευάζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δημιουργώ |
| εσύ | δημιουργείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημιουργεί |
| εμείς | δημιουργούμε |
| εσείς | δημιουργείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημιουργούν |
Παρατατικός
| εγώ | δημιουργούσα |
| εσύ | δημιουργούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημιουργούσε |
| εμείς | δημιουργούσαμε |
| εσείς | δημιουργούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημιουργούσαν |
Αόριστος
| εγώ | δημιούργησα |
| εσύ | δημιούργησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημιούργησε |
| εμείς | δημιουργήσαμε |
| εσείς | δημιουργήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημιούργησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δημιουργήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δημιουργήσω |
| εσύ | δημιουργήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημιουργήσει |
| εμείς | δημιουργήσουμε |
| εσείς | δημιουργήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημιουργήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δημιουργείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δημιούργησε |
| εσείς | δημιουργήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δημιουργήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δημιουργούμαι |
| εσύ | δημιουργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημιουργείται |
| εμείς | δημιουργούμαστε |
| εσείς | δημιουργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημιουργούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | δημιουργούνταν |
| εμείς | δημιουργούμασταν |
| εσείς | [δημιουργούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημιουργούνταν |
Αόριστος
| εγώ | δημιουργήθηκα |
| εσύ | δημιουργήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημιουργήθηκε |
| εμείς | δημιουργηθήκαμε |
| εσείς | δημιουργηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημιουργήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δημιουργηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δημιουργηθώ |
| εσύ | δημιουργηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημιουργηθεί |
| εμείς | δημιουργηθούμε |
| εσείς | δημιουργηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημιουργηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δημιουργείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δημιουργήσου |
| εσείς | δημιουργηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δημιουργηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.