HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δημιουργώ — definition

Conjugation of δημιουργώ

Regular CEFR C2
ði.mi.uɾˈɣo

φτιάχνω κάτι καινούργιο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας, κατασκευάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δημιουργώ
εσύ δημιουργείς
αυτός / αυτή / αυτό δημιουργεί
εμείς δημιουργούμε
εσείς δημιουργείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δημιουργούν
Παρατατικός
εγώ δημιουργούσα
εσύ δημιουργούσες
αυτός / αυτή / αυτό δημιουργούσε
εμείς δημιουργούσαμε
εσείς δημιουργούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δημιουργούσαν
Αόριστος
εγώ δημιούργησα
εσύ δημιούργησες
αυτός / αυτή / αυτό δημιούργησε
εμείς δημιουργήσαμε
εσείς δημιουργήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δημιούργησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δημιουργήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δημιουργήσω
εσύ δημιουργήσεις
αυτός / αυτή / αυτό δημιουργήσει
εμείς δημιουργήσουμε
εσείς δημιουργήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δημιουργήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δημιουργείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δημιούργησε
εσείς δημιουργήστε
Απαρέμφατο αορίστου
δημιουργήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δημιουργούμαι
εσύ δημιουργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό δημιουργείται
εμείς δημιουργούμαστε
εσείς δημιουργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά δημιουργούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό δημιουργούνταν
εμείς δημιουργούμασταν
εσείς [δημιουργούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά δημιουργούνταν
Αόριστος
εγώ δημιουργήθηκα
εσύ δημιουργήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δημιουργήθηκε
εμείς δημιουργηθήκαμε
εσείς δημιουργηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δημιουργήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δημιουργηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δημιουργηθώ
εσύ δημιουργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό δημιουργηθεί
εμείς δημιουργηθούμε
εσείς δημιουργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δημιουργηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δημιουργείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δημιουργήσου
εσείς δημιουργηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δημιουργηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary