HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δημεύω — definition

Conjugation of δημεύω

Regular CEFR B1
ðiˈme.vo

μετατρέπω ιδιωτική περιουσία ή αγαθό σε ιδιοκτησία του κράτους, χωρίς να δώσω οικονομικό αντάλλαγμα, ως ποινή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δημεύω
εσύ δημεύεις
αυτός / αυτή / αυτό δημεύει
εμείς δημεύουμε
εσείς δημεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά δημεύουν
Παρατατικός
εγώ δήμευα
εσύ δήμευες
αυτός / αυτή / αυτό δήμευε
εμείς δημεύαμε
εσείς δημεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά δήμευαν
Αόριστος
εγώ δήμευσα
εσύ δήμευσες
αυτός / αυτή / αυτό δήμευσε
εμείς δημεύσαμε
εσείς δημεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δήμευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δημεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δημεύσω
εσύ δημεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό δημεύσει
εμείς δημεύσουμε
εσείς δημεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δημεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δήμευε
εσείς δημεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δήμευσε
εσείς δημεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
δημεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δημεύομαι
εσύ δημεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δημεύεται
εμείς δημευόμαστε
εσείς δημεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δημεύονται
Παρατατικός
εγώ δημευόμουν
εσύ δημευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δημευόταν
εμείς δημευόμασταν
εσείς δημευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δημεύονταν
Αόριστος
εγώ δημεύτηκα
εσύ δημεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό δημεύτηκε
εμείς δημευτήκαμε
εσείς δημευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δημεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δημευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δημευτώ
εσύ δημευτείς
αυτός / αυτή / αυτό δημευτεί
εμείς δημευτούμε
εσείς δημευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δημευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δημεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δημεύσου
εσείς δημευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δημευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary