Conjugation of δημεύω
ðiˈme.voμετατρέπω ιδιωτική περιουσία ή αγαθό σε ιδιοκτησία του κράτους, χωρίς να δώσω οικονομικό αντάλλαγμα, ως ποινή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δημεύω |
| εσύ | δημεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημεύει |
| εμείς | δημεύουμε |
| εσείς | δημεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | δήμευα |
| εσύ | δήμευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δήμευε |
| εμείς | δημεύαμε |
| εσείς | δημεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δήμευαν |
Αόριστος
| εγώ | δήμευσα |
| εσύ | δήμευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δήμευσε |
| εμείς | δημεύσαμε |
| εσείς | δημεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δήμευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δημεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δημεύσω |
| εσύ | δημεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημεύσει |
| εμείς | δημεύσουμε |
| εσείς | δημεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δήμευε |
| εσείς | δημεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δήμευσε |
| εσείς | δημεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δημεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δημεύομαι |
| εσύ | δημεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημεύεται |
| εμείς | δημευόμαστε |
| εσείς | δημεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | δημευόμουν |
| εσύ | δημευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημευόταν |
| εμείς | δημευόμασταν |
| εσείς | δημευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | δημεύτηκα |
| εσύ | δημεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημεύτηκε |
| εμείς | δημευτήκαμε |
| εσείς | δημευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δημευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δημευτώ |
| εσύ | δημευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δημευτεί |
| εμείς | δημευτούμε |
| εσείς | δημευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δημευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δημεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δημεύσου |
| εσείς | δημευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δημευτεί |