Conjugation of δεσπόζω
ðeˈspo.zoεπιβάλλομαι με τον όγκο και τις διαστάσεις μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δεσπόζω |
| εσύ | δεσπόζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεσπόζει |
| εμείς | δεσπόζουμε |
| εσείς | δεσπόζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεσπόζουν |
Παρατατικός
| εγώ | δέσποζα |
| εσύ | δέσποζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δέσποζε |
| εμείς | δεσπόζαμε |
| εσείς | δεσπόζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δέσποζαν |
Αόριστος
| εγώ | δέσποσα |
| εσύ | δέσποσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δέσποσε |
| εμείς | δεσπόσαμε |
| εσείς | δεσπόσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δέσποσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δεσπόσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δεσπόσω |
| εσύ | δεσπόσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεσπόσει |
| εμείς | δεσπόσουμε |
| εσείς | δεσπόσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεσπόσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δέσποζε |
| εσείς | δεσπόζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δέσποσε |
| εσείς | δεσπόστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δεσπόσει |