HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δεσπόζω — definition

Conjugation of δεσπόζω

Regular CEFR B1
ðeˈspo.zo

επιβάλλομαι με τον όγκο και τις διαστάσεις μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δεσπόζω
εσύ δεσπόζεις
αυτός / αυτή / αυτό δεσπόζει
εμείς δεσπόζουμε
εσείς δεσπόζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δεσπόζουν
Παρατατικός
εγώ δέσποζα
εσύ δέσποζες
αυτός / αυτή / αυτό δέσποζε
εμείς δεσπόζαμε
εσείς δεσπόζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δέσποζαν
Αόριστος
εγώ δέσποσα
εσύ δέσποσες
αυτός / αυτή / αυτό δέσποσε
εμείς δεσπόσαμε
εσείς δεσπόσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δέσποσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεσπόσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δεσπόσω
εσύ δεσπόσεις
αυτός / αυτή / αυτό δεσπόσει
εμείς δεσπόσουμε
εσείς δεσπόσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δεσπόσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δέσποζε
εσείς δεσπόζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δέσποσε
εσείς δεσπόστε
Απαρέμφατο αορίστου
δεσπόσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary