HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δεσμεύω — definition

Conjugation of δεσμεύω

Regular CEFR B1
ðeˈzme.vo

επιβάλλω προς όφελος τρίτου περιορισμούς ή πλήρη απαγόρευση στη χρήση κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων από τον ιδιοκτήτη τους Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δεσμεύω
εσύ δεσμεύεις
αυτός / αυτή / αυτό δεσμεύει
εμείς δεσμεύουμε
εσείς δεσμεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά δεσμεύουν
Παρατατικός
εγώ δέσμευα
εσύ δέσμευες
αυτός / αυτή / αυτό δέσμευε
εμείς δεσμεύαμε
εσείς δεσμεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά δέσμευαν
Αόριστος
εγώ δέσμευσα
εσύ δέσμευσες
αυτός / αυτή / αυτό δέσμευσε
εμείς δεσμεύσαμε
εσείς δεσμεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δέσμευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεσμεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δεσμεύσω
εσύ δεσμεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό δεσμεύσει
εμείς δεσμεύσουμε
εσείς δεσμεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δεσμεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δέσμευε
εσείς δεσμεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δέσμευσε
εσείς δεσμεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
δεσμεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δεσμεύομαι
εσύ δεσμεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δεσμεύεται
εμείς δεσμευόμαστε
εσείς δεσμεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δεσμεύονται
Παρατατικός
εγώ δεσμευόμουν
εσύ δεσμευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δεσμευόταν
εμείς δεσμευόμασταν
εσείς δεσμευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δεσμεύονταν
Αόριστος
εγώ δεσμεύτηκα
εσύ δεσμεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό δεσμεύτηκε
εμείς δεσμευτήκαμε
εσείς δεσμευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δεσμεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεσμευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δεσμευτώ
εσύ δεσμευτείς
αυτός / αυτή / αυτό δεσμευτεί
εμείς δεσμευτούμε
εσείς δεσμευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δεσμευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δεσμεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δεσμεύσου
εσείς δεσμευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δεσμευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary