Conjugation of δεσμεύω
ðeˈzme.voεπιβάλλω προς όφελος τρίτου περιορισμούς ή πλήρη απαγόρευση στη χρήση κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων από τον ιδιοκτήτη τους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δεσμεύω |
| εσύ | δεσμεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεσμεύει |
| εμείς | δεσμεύουμε |
| εσείς | δεσμεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεσμεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | δέσμευα |
| εσύ | δέσμευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δέσμευε |
| εμείς | δεσμεύαμε |
| εσείς | δεσμεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δέσμευαν |
Αόριστος
| εγώ | δέσμευσα |
| εσύ | δέσμευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δέσμευσε |
| εμείς | δεσμεύσαμε |
| εσείς | δεσμεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δέσμευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δεσμεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δεσμεύσω |
| εσύ | δεσμεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεσμεύσει |
| εμείς | δεσμεύσουμε |
| εσείς | δεσμεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεσμεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δέσμευε |
| εσείς | δεσμεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δέσμευσε |
| εσείς | δεσμεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δεσμεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δεσμεύομαι |
| εσύ | δεσμεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεσμεύεται |
| εμείς | δεσμευόμαστε |
| εσείς | δεσμεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεσμεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | δεσμευόμουν |
| εσύ | δεσμευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεσμευόταν |
| εμείς | δεσμευόμασταν |
| εσείς | δεσμευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεσμεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | δεσμεύτηκα |
| εσύ | δεσμεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεσμεύτηκε |
| εμείς | δεσμευτήκαμε |
| εσείς | δεσμευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεσμεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δεσμευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δεσμευτώ |
| εσύ | δεσμευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεσμευτεί |
| εμείς | δεσμευτούμε |
| εσείς | δεσμευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεσμευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δεσμεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δεσμεύσου |
| εσείς | δεσμευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δεσμευτεί |