Conjugation of δειγματίζω
παρουσιάζω δείγματα σε πελάτη για να επιλέξει τι θα αγοράσει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δειγματίζω |
| εσύ | δειγματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειγματίζει |
| εμείς | δειγματίζουμε |
| εσείς | δειγματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειγματίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | δειγμάτιζα |
| εσύ | δειγμάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειγμάτιζε |
| εμείς | δειγματίζαμε |
| εσείς | δειγματίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειγμάτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | δειγμάτισα |
| εσύ | δειγμάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειγμάτισε |
| εμείς | δειγματίσαμε |
| εσείς | δειγματίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειγμάτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δειγματίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δειγματίσω |
| εσύ | δειγματίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειγματίσει |
| εμείς | δειγματίσουμε |
| εσείς | δειγματίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειγματίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δειγμάτιζε |
| εσείς | δειγματίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δειγμάτισε |
| εσείς | δειγματίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δειγματίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δειγματίζομαι |
| εσύ | δειγματίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειγματίζεται |
| εμείς | δειγματιζόμαστε |
| εσείς | δειγματίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειγματίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | δειγματιζόμουν |
| εσύ | δειγματιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειγματιζόταν |
| εμείς | δειγματιζόμασταν |
| εσείς | δειγματιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειγματίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | δειγματίστηκα |
| εσύ | δειγματίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειγματίστηκε |
| εμείς | δειγματιστήκαμε |
| εσείς | δειγματιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειγματίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δειγματιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δειγματιστώ |
| εσύ | δειγματιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειγματιστεί |
| εμείς | δειγματιστούμε |
| εσείς | δειγματιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειγματιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δειγματίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δειγματίσου |
| εσείς | δειγματιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δειγματιστεί |