Conjugation of δείχνω
ˈði.xnoτεντώνω τον δείκτη του χεριού με κατεύθυνση κάτι ή κάποιον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δείχνω |
| εσύ | δείχνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δείχνει |
| εμείς | δείχνουμε |
| εσείς | δείχνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δείχνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έδειχνα |
| εσύ | έδειχνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έδειχνε |
| εμείς | δείχναμε |
| εσείς | δείχνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έδειχναν |
Αόριστος
| εγώ | έδειξα |
| εσύ | έδειξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έδειξε |
| εμείς | δείξαμε |
| εσείς | δείξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έδειξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δείξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δείξω |
| εσύ | δείξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δείξει |
| εμείς | δείξουμε |
| εσείς | δείξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δείξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δείχνε |
| εσείς | δείχνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δείξε |
| εσείς | δείξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δείξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δείχνομαι |
| εσύ | δείχνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δείχνεται |
| εμείς | δειχνόμαστε |
| εσείς | δείχνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δείχνονται |
Παρατατικός
| εγώ | δειχνόμουν |
| εσύ | δειχνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειχνόταν |
| εμείς | δειχνόμασταν |
| εσείς | δειχνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δείχνονταν |
Αόριστος
| εγώ | δείχτηκα |
| εσύ | δείχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δείχτηκε |
| εμείς | δειχτήκαμε |
| εσείς | δειχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δείχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δειχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δειχτώ |
| εσύ | δειχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δειχτεί |
| εμείς | δειχτούμε |
| εσείς | δειχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δειχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δείχνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δείξου |
| εσείς | δειχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δειχτεί |