Conjugation of δαμάζω
ðaˈma.zoεκπαιδεύω άγριο ζώο, ώστε να εξημερωθεί ή να υπακούει σε κάποιες εντολές, τιθασεύω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δαμάζω |
| εσύ | δαμάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαμάζει |
| εμείς | δαμάζουμε |
| εσείς | δαμάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαμάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | δάμαζα |
| εσύ | δάμαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δάμαζε |
| εμείς | δαμάζαμε |
| εσείς | δαμάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δάμαζαν |
Αόριστος
| εγώ | δάμασα |
| εσύ | δάμασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δάμασε |
| εμείς | δαμάσαμε |
| εσείς | δαμάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δάμασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δαμάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δαμάσω |
| εσύ | δαμάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαμάσει |
| εμείς | δαμάσουμε |
| εσείς | δαμάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαμάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δάμαζε |
| εσείς | δαμάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δάμασε |
| εσείς | δαμάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δαμάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δαμάζομαι |
| εσύ | δαμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαμάζεται |
| εμείς | δαμαζόμαστε |
| εσείς | δαμάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαμάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | δαμαζόμουν |
| εσύ | δαμαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαμαζόταν |
| εμείς | δαμαζόμασταν |
| εσείς | δαμαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαμάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | δαμάστηκα |
| εσύ | δαμάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαμάστηκε |
| εμείς | δαμαστήκαμε |
| εσείς | δαμαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαμάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δαμαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δαμαστώ |
| εσύ | δαμαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαμαστεί |
| εμείς | δαμαστούμε |
| εσείς | δαμαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαμαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δαμάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δαμάσου |
| εσείς | δαμαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δαμαστεί |