HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δαμάζω — definition

Conjugation of δαμάζω

Regular CEFR B1
ðaˈma.zo

εκπαιδεύω άγριο ζώο, ώστε να εξημερωθεί ή να υπακούει σε κάποιες εντολές, τιθασεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δαμάζω
εσύ δαμάζεις
αυτός / αυτή / αυτό δαμάζει
εμείς δαμάζουμε
εσείς δαμάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δαμάζουν
Παρατατικός
εγώ δάμαζα
εσύ δάμαζες
αυτός / αυτή / αυτό δάμαζε
εμείς δαμάζαμε
εσείς δαμάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάμαζαν
Αόριστος
εγώ δάμασα
εσύ δάμασες
αυτός / αυτή / αυτό δάμασε
εμείς δαμάσαμε
εσείς δαμάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάμασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαμάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δαμάσω
εσύ δαμάσεις
αυτός / αυτή / αυτό δαμάσει
εμείς δαμάσουμε
εσείς δαμάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δαμάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δάμαζε
εσείς δαμάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δάμασε
εσείς δαμάστε
Απαρέμφατο αορίστου
δαμάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δαμάζομαι
εσύ δαμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δαμάζεται
εμείς δαμαζόμαστε
εσείς δαμάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δαμάζονται
Παρατατικός
εγώ δαμαζόμουν
εσύ δαμαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δαμαζόταν
εμείς δαμαζόμασταν
εσείς δαμαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δαμάζονταν
Αόριστος
εγώ δαμάστηκα
εσύ δαμάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό δαμάστηκε
εμείς δαμαστήκαμε
εσείς δαμαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δαμάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαμαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δαμαστώ
εσύ δαμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό δαμαστεί
εμείς δαμαστούμε
εσείς δαμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δαμαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δαμάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δαμάσου
εσείς δαμαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δαμαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary