HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δαγκάνω — definition

Conjugation of δαγκάνω

Regular CEFR B1
ðaŋˈɡano

δαγκώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δαγκάνω (δαγκώνω →)
εσύ δαγκάνεις
αυτός / αυτή / αυτό δαγκάνει
εμείς δαγκάνουμε
εσείς δαγκάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκάνουν
Παρατατικός
εγώ δάγκανα
εσύ δάγκανες
αυτός / αυτή / αυτό δάγκανε
εμείς δαγκάναμε
εσείς δαγκάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάγκαναν
Αόριστος
εγώ δάγκασα
εσύ δάγκασες
αυτός / αυτή / αυτό δάγκασε
εμείς δαγκάσαμε
εσείς δαγκάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάγκασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαγκάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δαγκάσω
εσύ δαγκάσεις
αυτός / αυτή / αυτό δαγκάσει
εμείς δαγκάσουμε
εσείς δαγκάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δάγκανε
εσείς δαγκάνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δάγκασε
εσείς δαγκάστε
Απαρέμφατο αορίστου
δαγκάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δαγκάνομαι
εσύ δαγκάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δαγκάνεται
εμείς δαγκανόμαστε
εσείς δαγκάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκάνονται
Παρατατικός
εγώ δαγκανόμουν
εσύ δαγκανόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δαγκανόταν
εμείς δαγκανόμασταν
εσείς δαγκανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκάνονταν
Αόριστος
εγώ δαγκάθηκα
εσύ δαγκάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δαγκάθηκε
εμείς δαγκαθήκαμε
εσείς δαγκαθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαγκαθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δαγκαθώ
εσύ δαγκαθείς
αυτός / αυτή / αυτό δαγκαθεί
εμείς δαγκαθούμε
εσείς δαγκαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκαθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δαγκάνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δαγκάσου
εσείς δαγκαθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δαγκαθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary