HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δίδω — definition

Conjugation of δίδω

Regular CEFR B1
ˈði.ðo

άλλη μορφή του δίνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δίδω
εσύ δίδεις
αυτός / αυτή / αυτό δίδει
εμείς δίδουμε
εσείς δίδετε
αυτοί / αυτές / αυτά δίδουν
Παρατατικός
εγώ έδιδα
εσύ έδιδες
αυτός / αυτή / αυτό έδιδε
εμείς δίδαμε
εσείς δίδατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδιδαν
Αόριστος
εγώ έδωσα
εσύ έδωσες
αυτός / αυτή / αυτό έδωσε
εμείς δώσαμε
εσείς δώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δώσω
εσύ δώσεις
αυτός / αυτή / αυτό δώσει
εμείς δώσουμε
εσείς δώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δίδε
εσείς δίδετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δώσε
εσείς δώστε
Απαρέμφατο αορίστου
δώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δίδομαι
εσύ δίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δίδεται
εμείς διδόμαστε
εσείς δίδεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δίδονται
Παρατατικός
εγώ διδόμουν
εσύ διδόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διδόταν
εμείς διδόμασταν
εσείς διδόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δίδονταν
Αόριστος
εγώ δόθηκα
εσύ δόθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δόθηκε
εμείς δοθήκαμε
εσείς δοθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δόθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δοθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δοθώ
εσύ δοθείς
αυτός / αυτή / αυτό δοθεί
εμείς δοθούμε
εσείς δοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δοθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δίδεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δώσου
εσείς δοθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δοθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary