HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δέω — definición

Conjugation of δέω

Regular CEFR C2
/ˈðe.o/

μπορώ να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Αόριστος
εγώ εδέησα
εσύ εδέησες
αυτός / αυτή / αυτό εδέησε
εμείς δεήσαμε
εσείς δεήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εδέησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δεήσω
εσύ δεήσεις
αυτός / αυτή / αυτό δεήσει
εμείς δεήσουμε
εσείς δεήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δεήσουν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δέησε
εσείς δεήστε
Απαρέμφατο αορίστου
δεήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δέομαι
εσύ δέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δέεται
εμείς δεόμαστε
εσείς δέεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δέονται
Παρατατικός
εγώ δεόμουν
εσύ δεόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δεόταν
εμείς δεόμασταν
εσείς δεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δέονταν
Αόριστος
εγώ δεήθηκα
εσύ δεήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δεήθηκε
εμείς δεηθήκαμε
εσείς δεηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δεήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δεηθώ
εσύ δεηθείς
αυτός / αυτή / αυτό δεηθεί
εμείς δεηθούμε
εσείς δεηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δεηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δέεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δεήσου
εσείς δεηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δεηθεί

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary