HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γυμνάζω — definition

Conjugation of γυμνάζω

Regular CEFR B1
ʝimˈna.zo

κάνω τακτικές ασκήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση πνευματικών ικανοτήτων ή νοητικών λειτουργιών, ή υποβάλλω άλλον σε τέτοιες ασκήσεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γυμνάζω
εσύ γυμνάζεις
αυτός / αυτή / αυτό γυμνάζει
εμείς γυμνάζουμε
εσείς γυμνάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γυμνάζουν
Παρατατικός
εγώ γύμναζα
εσύ γύμναζες
αυτός / αυτή / αυτό γύμναζε
εμείς γυμνάζαμε
εσείς γυμνάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γύμναζαν
Αόριστος
εγώ γύμνασα
εσύ γύμνασες
αυτός / αυτή / αυτό γύμνασε
εμείς γυμνάσαμε
εσείς γυμνάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γύμνασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυμνάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γυμνάσω
εσύ γυμνάσεις
αυτός / αυτή / αυτό γυμνάσει
εμείς γυμνάσουμε
εσείς γυμνάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γυμνάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γύμναζε
εσείς γυμνάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γύμνασε
εσείς γυμνάστε
Απαρέμφατο αορίστου
γυμνάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γυμνάζομαι
εσύ γυμνάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γυμνάζεται
εμείς γυμναζόμαστε
εσείς γυμνάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γυμνάζονται
Παρατατικός
εγώ γυμναζόμουν
εσύ γυμναζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γυμναζόταν
εμείς γυμναζόμασταν
εσείς γυμναζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γυμνάζονταν
Αόριστος
εγώ γυμνάστηκα
εσύ γυμνάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό γυμνάστηκε
εμείς γυμναστήκαμε
εσείς γυμναστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γυμνάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυμναστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γυμναστώ
εσύ γυμναστείς
αυτός / αυτή / αυτό γυμναστεί
εμείς γυμναστούμε
εσείς γυμναστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γυμναστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γυμνάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γυμνάσου
εσείς γυμναστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γυμναστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary