Conjugation of γυμνάζω
ʝimˈna.zoκάνω τακτικές ασκήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση πνευματικών ικανοτήτων ή νοητικών λειτουργιών, ή υποβάλλω άλλον σε τέτοιες ασκήσεις Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γυμνάζω |
| εσύ | γυμνάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γυμνάζει |
| εμείς | γυμνάζουμε |
| εσείς | γυμνάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γυμνάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | γύμναζα |
| εσύ | γύμναζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γύμναζε |
| εμείς | γυμνάζαμε |
| εσείς | γυμνάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γύμναζαν |
Αόριστος
| εγώ | γύμνασα |
| εσύ | γύμνασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γύμνασε |
| εμείς | γυμνάσαμε |
| εσείς | γυμνάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γύμνασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γυμνάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γυμνάσω |
| εσύ | γυμνάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γυμνάσει |
| εμείς | γυμνάσουμε |
| εσείς | γυμνάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γυμνάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γύμναζε |
| εσείς | γυμνάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γύμνασε |
| εσείς | γυμνάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γυμνάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γυμνάζομαι |
| εσύ | γυμνάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γυμνάζεται |
| εμείς | γυμναζόμαστε |
| εσείς | γυμνάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γυμνάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | γυμναζόμουν |
| εσύ | γυμναζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γυμναζόταν |
| εμείς | γυμναζόμασταν |
| εσείς | γυμναζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γυμνάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | γυμνάστηκα |
| εσύ | γυμνάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γυμνάστηκε |
| εμείς | γυμναστήκαμε |
| εσείς | γυμναστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γυμνάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γυμναστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γυμναστώ |
| εσύ | γυμναστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γυμναστεί |
| εμείς | γυμναστούμε |
| εσείς | γυμναστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γυμναστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γυμνάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γυμνάσου |
| εσείς | γυμναστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γυμναστεί |