HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γοητεύω — definition

Conjugation of γοητεύω

Regular CEFR B1
ɣo.iˈte.vo

κατακτώ την ψυχή κάποιου, τον μαγεύω, τον κάνω να προσηλώνεται πάνω μου, τον ενθουσιάζω και του προσφέρω μεγάλη ευχαρίστηση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γοητεύω
εσύ γοητεύεις
αυτός / αυτή / αυτό γοητεύει
εμείς γοητεύουμε
εσείς γοητεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά γοητεύουν
Παρατατικός
εγώ γοήτευα
εσύ γοήτευες
αυτός / αυτή / αυτό γοήτευε
εμείς γοητεύαμε
εσείς γοητεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά γοήτευαν
Αόριστος
εγώ γοήτευσα
εσύ γοήτευσες
αυτός / αυτή / αυτό γοήτευσε
εμείς γοητεύσαμε
εσείς γοητεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γοήτευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γοητεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γοητεύσω
εσύ γοητεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό γοητεύσει
εμείς γοητεύσουμε
εσείς γοητεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γοητεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γοήτευε
εσείς γοητεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γοήτευσε
εσείς γοητεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
γοητεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γοητεύομαι
εσύ γοητεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γοητεύεται
εμείς γοητευόμαστε
εσείς γοητεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γοητεύονται
Παρατατικός
εγώ γοητευόμουν
εσύ γοητευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γοητευόταν
εμείς γοητευόμασταν
εσείς γοητευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γοητεύονταν
Αόριστος
εγώ γοητεύθηκα
εσύ γοητεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό γοητεύθηκε
εμείς γοητευθήκαμε
εσείς γοητευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γοητεύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γοητευθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γοητευθώ
εσύ γοητευθείς
αυτός / αυτή / αυτό γοητευθεί
εμείς γοητευθούμε
εσείς γοητευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γοητευθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γοητεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γοητεύσου
εσείς γοητευθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γοητευθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary