Conjugation of γοητεύω
ɣo.iˈte.voκατακτώ την ψυχή κάποιου, τον μαγεύω, τον κάνω να προσηλώνεται πάνω μου, τον ενθουσιάζω και του προσφέρω μεγάλη ευχαρίστηση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γοητεύω |
| εσύ | γοητεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γοητεύει |
| εμείς | γοητεύουμε |
| εσείς | γοητεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γοητεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | γοήτευα |
| εσύ | γοήτευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γοήτευε |
| εμείς | γοητεύαμε |
| εσείς | γοητεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γοήτευαν |
Αόριστος
| εγώ | γοήτευσα |
| εσύ | γοήτευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γοήτευσε |
| εμείς | γοητεύσαμε |
| εσείς | γοητεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γοήτευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γοητεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γοητεύσω |
| εσύ | γοητεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γοητεύσει |
| εμείς | γοητεύσουμε |
| εσείς | γοητεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γοητεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γοήτευε |
| εσείς | γοητεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γοήτευσε |
| εσείς | γοητεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γοητεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γοητεύομαι |
| εσύ | γοητεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γοητεύεται |
| εμείς | γοητευόμαστε |
| εσείς | γοητεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γοητεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | γοητευόμουν |
| εσύ | γοητευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γοητευόταν |
| εμείς | γοητευόμασταν |
| εσείς | γοητευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γοητεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | γοητεύθηκα |
| εσύ | γοητεύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γοητεύθηκε |
| εμείς | γοητευθήκαμε |
| εσείς | γοητευθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γοητεύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γοητευθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γοητευθώ |
| εσύ | γοητευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γοητευθεί |
| εμείς | γοητευθούμε |
| εσείς | γοητευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γοητευθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γοητεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γοητεύσου |
| εσείς | γοητευθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γοητευθεί |