Conjugation of γογγύζω
ɣoŋˈɟi.zoεκφράζω παράπονο, αγανάκτηση ή δυσφορία (ενίοτε και με λαρυγγισμούς) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γογγύζω |
| εσύ | γογγύζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γογγύζει |
| εμείς | γογγύζουμε |
| εσείς | γογγύζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γογγύζουν |
Παρατατικός
| εγώ | γόγγυζα |
| εσύ | γόγγυζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γόγγυζε |
| εμείς | γογγύζαμε |
| εσείς | γογγύζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γόγγυζαν |
Αόριστος
| εγώ | γόγγυσα |
| εσύ | γόγγυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γόγγυσε |
| εμείς | γογγύσαμε |
| εσείς | γογγύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γόγγυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γογγύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γογγύσω |
| εσύ | γογγύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γογγύσει |
| εμείς | γογγύσουμε |
| εσείς | γογγύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γογγύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γόγγυζε |
| εσείς | γογγύζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γόγγυσε |
| εσείς | γογγύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γογγύσει |