HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γογγύζω — definition

Conjugation of γογγύζω

Regular CEFR B1
ɣoŋˈɟi.zo

εκφράζω παράπονο, αγανάκτηση ή δυσφορία (ενίοτε και με λαρυγγισμούς) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γογγύζω
εσύ γογγύζεις
αυτός / αυτή / αυτό γογγύζει
εμείς γογγύζουμε
εσείς γογγύζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γογγύζουν
Παρατατικός
εγώ γόγγυζα
εσύ γόγγυζες
αυτός / αυτή / αυτό γόγγυζε
εμείς γογγύζαμε
εσείς γογγύζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γόγγυζαν
Αόριστος
εγώ γόγγυσα
εσύ γόγγυσες
αυτός / αυτή / αυτό γόγγυσε
εμείς γογγύσαμε
εσείς γογγύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γόγγυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γογγύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γογγύσω
εσύ γογγύσεις
αυτός / αυτή / αυτό γογγύσει
εμείς γογγύσουμε
εσείς γογγύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γογγύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γόγγυζε
εσείς γογγύζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γόγγυσε
εσείς γογγύστε
Απαρέμφατο αορίστου
γογγύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary