HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γλιστράω — definition

Conjugation of γλιστράω

Regular CEFR C2
ɣliˈstɾa.o

χάνω την ισορροπία μου επειδή πάτησα σε απολύτως λεία ή υγρή επιφάνεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γλιστράω
εσύ γλιστράς
αυτός / αυτή / αυτό γλιστράει
εμείς γλιστράμε
εσείς γλιστράτε
αυτοί / αυτές / αυτά γλιστράνε
Παρατατικός
εγώ γλιστρούσα
εσύ γλιστρούσες
αυτός / αυτή / αυτό γλιστρούσε
εμείς γλιστρούσαμε
εσείς γλιστρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γλιστρούσαν
Αόριστος
εγώ γλίστρησα
εσύ γλίστρησες
αυτός / αυτή / αυτό γλίστρησε
εμείς γλιστρήσαμε
εσείς γλιστρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γλίστρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλιστρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γλιστρήσω
εσύ γλιστρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό γλιστρήσει
εμείς γλιστρήσουμε
εσείς γλιστρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γλιστρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γλίστρα
εσείς γλιστράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γλίστρησε
εσείς γλιστρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
γλιστρήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary