HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γλείφω — definition

Conjugation of γλείφω

Regular CEFR C2
ˈɣli.fo

εφαρμόζω και γλιστράω τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γλείφω
εσύ γλείφεις
αυτός / αυτή / αυτό γλείφει
εμείς γλείφουμε
εσείς γλείφετε
αυτοί / αυτές / αυτά γλείφουν
Παρατατικός
εγώ έγλειφα
εσύ έγλειφες
αυτός / αυτή / αυτό έγλειφε
εμείς γλείφαμε
εσείς γλείφατε
αυτοί / αυτές / αυτά έγλειφαν
Αόριστος
εγώ έγλειψα
εσύ έγλειψες
αυτός / αυτή / αυτό έγλειψε
εμείς γλείψαμε
εσείς γλείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έγλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γλείψω
εσύ γλείψεις
αυτός / αυτή / αυτό γλείψει
εμείς γλείψουμε
εσείς γλείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά γλείψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γλείφε
εσείς γλείφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γλείψε
εσείς γλείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
γλείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γλείφομαι
εσύ γλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γλείφεται
εμείς γλειφόμαστε
εσείς γλείφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γλείφονται
Παρατατικός
εγώ γλειφόμουν
εσύ γλειφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γλειφόταν
εμείς γλειφόμασταν
εσείς γλειφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γλείφονταν
Αόριστος
εγώ γλείφτηκα
εσύ γλείφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό γλείφτηκε
εμείς γλειφτήκαμε
εσείς γλειφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γλείφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλειφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γλειφτώ
εσύ γλειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό γλειφτεί
εμείς γλειφτούμε
εσείς γλειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γλειφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γλείφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γλείψου
εσείς γλειφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γλειφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary