HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γκρεμίζω — definition

Conjugation of γκρεμίζω

Regular CEFR B2
ɡɾeˈmi.zo

κατεδαφίζω, καταστρέφω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γκρεμίζω
εσύ γκρεμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό γκρεμίζει
εμείς γκρεμίζουμε
εσείς γκρεμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γκρεμίζουν
Παρατατικός
εγώ γκρέμιζα
εσύ γκρέμιζες
αυτός / αυτή / αυτό γκρέμιζε
εμείς γκρεμίζαμε
εσείς γκρεμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γκρέμιζαν
Αόριστος
εγώ γκρέμισα
εσύ γκρέμισες
αυτός / αυτή / αυτό γκρέμισε
εμείς γκρεμίσαμε
εσείς γκρεμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γκρέμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γκρεμίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γκρεμίσω
εσύ γκρεμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό γκρεμίσει
εμείς γκρεμίσουμε
εσείς γκρεμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γκρεμίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γκρέμιζε
εσείς γκρεμίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γκρέμισε
εσείς γκρεμίστε
Απαρέμφατο αορίστου
γκρεμίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γκρεμίζομαι
εσύ γκρεμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γκρεμίζεται
εμείς γκρεμιζόμαστε
εσείς γκρεμίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γκρεμίζονται
Παρατατικός
εγώ γκρεμιζόμουν
εσύ γκρεμιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γκρεμιζόταν
εμείς γκρεμιζόμασταν
εσείς γκρεμιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γκρεμίζονταν
Αόριστος
εγώ γκρεμίστηκα
εσύ γκρεμίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό γκρεμίστηκε
εμείς γκρεμιστήκαμε
εσείς γκρεμιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γκρεμίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γκρεμιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γκρεμιστώ
εσύ γκρεμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό γκρεμιστεί
εμείς γκρεμιστούμε
εσείς γκρεμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γκρεμιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γκρεμίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γκρεμίσου
εσείς γκρεμιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γκρεμιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary